Τα κείμενα των εισηγήσεων των ομιλητών στην εκδήλωσή μας  για τον Σπύρο Ασδραχά 



Δημοσιεύουμε τα κείμενα των εισηγήσεων που έκαναν στην εκδήλωση μας για τον Σπύρο Ασδραχά " Η ιστορία είναι από την φύση της ανατρεπτική" στις 6/3/2023, οι τρείς ομιλητές  Δημήτρης Αρβανιτάκης, Άννα Ματθαίου και Πόπη Πολέμη, 


**************************



Από την εργογραφία στη βιογραφία

 

Πόπη Πολέμη

 

Να σας καλησπερίσω και να ευχαριστήσω για την παρουσία σας, καθώς και να ευχαριστήσω τους διοργανωτές της εκδήλωσης και τον Νίκο Ξυδάκη για την πρόσκληση.

Είμαστε απόψε εδώ για να τιμήσουμε τον δάσκαλό μας Σπύρο Ασδραχά που μας άφησε την παραμονή της γιορτής του το 2017 στα 84 του χρόνια. Υπήρξε δάσκαλός μας με ποικίλους τρόπους, όχι απαραίτητα τους συνήθεις ακαδημαϊκούς. Εκτός ελληνικών πανεπιστημιακών θεσμών, διαμόρφωσε γενιές ιστορικών ιδίως με το σεμινάριο του, επί δεκαετίες, στο Παρίσι και στην Αθήνα, στο Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και στα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, τα ΑΣΚΙ. Μια διδασκαλία που συνέχιζε στις συζητήσεις στα καφέ και τις ταβέρνες, αλλά και στη διαρκή και γόνιμη συνομιλία με όποιον τον συναναστρεφόταν. Και ίσως αξίζει να αναφερθεί με αυτή την ευκαιρία ότι τα περισσότερα από τα αθηναϊκά σεμινάρια, από το 1994 ώς το 2007, είχαν μαγνητοφωνηθεί και βρίσκονται αναρτημένα στον ιστότοπο του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών (http://www.eie.gr/nhrf/institutes/inr/structure/section_b_semiariaAsdracha-gr.html).

            Οι δύο συμμαθητές και φίλοι που θα ακολουθήσουν θα σας μιλήσουν για τον άνθρωπο και τον ιστορικό που πρέσβευε ότι «η ιστορία είναι από τη φύση της ανατρεπτική». Εγώ θα σας μιλήσω για ένα βιβλίο. Την εργογραφία και δοκιμή βιογραφίας του Σπύρου Ασδραχά που μας χάρισε ο Δημήτρης Αρβανιτάκης. Είναι η πρώτη έκδοση της νέας περιόδου της Βιβλιοθήκης των ΑΣΚΙ της οποίας έχω την επιμέλεια. Η πανδημία μας ανάγκασε να την καλωσορίσουμε με μια άχαρη διαδικτυακή παρουσίαση τον Δεκέμβριο του 2021 (οι εισηγήσεις μας δημοσιεύτηκαν στα Ιστορικά του περασμένου Απριλίου). Έτσι λοιπόν η σημερινή εκδήλωση δίνει την ευκαιρία να επανέλθουμε για να τιμήσουμε με φυσική παρουσία ένα βιβλίο πολύτροπο και πολύτιμο. Ένα βιβλίο που είχε και αυτό τη μικρή του περιπέτεια καθώς είχε δρομολογηθεί να εκδοθεί από το Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τράπεζας, αλλά οι νέοι σχεδιασμοί και η αποκαλούμενη «οικονομική αναδιάρθρωση» του Ιδρύματος ματαίωσαν την έκδοση. Έτσι τα ΑΣΚΙ, πήραν ως έδει τη σκυτάλη. Διόλου τυχαία αφού ο Σπύρος Ασδραχάς ήταν ιδρυτικό τους μέλος, συνοδοιπόρος του πρωτεργάτη Φίλιππου Ηλιού και σε αυτό το μείζον στοίχημα για την ελληνική ιστορική έρευνα και την ιστορική μνήμη. Ύστερα από τον θάνατο του Φίλιππου, τέτοιες μέρες του 2004, έγινε πρόεδρος του Διοικητικού τους Συμβουλίου και παρέμεινε έως το 2015.

            Επισημαίνω πως τα ΑΣΚΙ έχουν επανειλημμένα τιμήσει τον Σπύρο Ασδραχά. Το 2014 με μια ημερίδα που συνδιοργάνωσαν με τις εκδόσεις Θεμέλιο και το περιοδικό Τα Ιστορικά,με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου του Υπομνήσεις. Ιστορικότροπα σημειώματα - ο Δημήτρης Αρβανιτάκης και ο Νίκος Ξυδάκης ήταν μεταξύ των ομιλητών και οι ανακοινώσεις δημοσιεύτηκαν στο 61ο τεύχος των Ιστορικών, περιοδικό που θυμίζω ότι ο Ασδραχάς ίδρυσε μαζί με τον Φίλιππο Ηλιού και τον Βασίλη Παναγιωτόπουλο το 1983. Εκδήλωση αφιερωμένη στη μνήμη του συνδιοργάνωσαν τα ΑΣΚΙ το 2018, αυτή τη φορά με το Ιόνιο Πανεπιστήμιο, το  Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, το Ίδρυμα της Βουλής για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία και πάντα τα Ιστορικά, τα οποία είχαν στο μεταξύ δημοσιεύσει ένα ακόμη αφιερωματικό τεύχος. Τέλος, το 2019, με την ευκαιρία της κυκλοφορίας του 20ού τεύχους της περιοδικής έκδοσης των ΑΣΚΙ Αρχειοτάξιο,πουήτανεπίσης αφιερωμένο στον Ασδραχά, διοργανώθηκε άλλη μία εκδήλωση μνήμης και τιμής - είχαμε συμμετάσχει με την Άννα, μεταξύ άλλων, οι δε ομιλίες δημοσιεύτηκαν και πάλι στο επόμενο τεύχος των Ιστορικών. Όλα όσα προηγήθηκαν, αν έχουν κάποια αξία, είναι για να υπογραμμίσω ότι και οι μαθητές και φίλοι αλλά και οι φορείς και τα περιοδικά με τα οποία συνέδεσε τη ζωή του ο Σπύρος Ασδραχάς, επανέρχονται με στοργή στον άνθρωπο και το έργο που τιμάμε και σήμερα.

            Τις εκδηλώσεις αυτές και τις τιμητικές δημοσιεύσεις καταγράφει λεπτομερώς ο Δημήτρης Αρβανιτάκης στο δεύτερο μέρος της εργογραφίας του, στην οποία είναι καιρός να επιστρέψουμε. Μια εργογραφία τεχνουργημένη στο πρότυπο της αντίστοιχης εργογραφίας που κατέστρωσε ο Φίλιππος Ηλιού για τον πρεσβύτερο ομότεχνο Κ. Θ. Δημαρά και είχε κυκλοφορήσει το 2005, μετά τον θάνατο του συντάκτη της. 724 λήμματα από το 1953 και εξής απαρτίζουν το κύριο σώμα της εργογραφίας του Ασδραχά (εκτός από τις 42 εγγραφές αφιερωματικών κειμένων που προανέφερα). Πρόκειται για άρθρα σε εφημερίδες, περιοδικά, σύμμικτους τόμους και πρακτικά συνεδρίων, συνεντεύξεις και συλλογικά έργα που συντόνισε ο ίδιος και φυσικά για τις μονογραφίες και τις συναγωγές παλαιότερων κειμένων του σε νέες επεξεργασίες. Τα λήμματα αυτά, σε χρονολογική τάξη, εκτός από τα προφανή βιβλιογραφικά στοιχεία, περιέχουν συχνά απαραίτητες διευκρινίσεις, ιδίως όπου οι υπαινικτικοί και αλληγορικοί τίτλοι που άρεσαν στον Ασδραχά δεν μαρτυρούν επακριβώς το περιεχόμενο, καθώς και ενδεικτικά παραθέματα που αποδίδουν το κλίμα μέσα στο οποίο συντάχτηκαν. Συμπληρώνονται δε από την ένδειξη των βιβλιοκρισιών και των κριτικών παρουσιάσεων των αντίστοιχων έργων στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο.

            Δεν θα επιμείνω στον μόχθο που απαιτείται για την αυτοψία, την αποδελτίωση ελληνικών και ξενόγλωσσων εντύπων, προκειμένου να υπάρξει η κατά το δυνατόν εξαντλητική καταγραφή, η οποία είχε μια αρχική σερμαγιά χειρόγραφων δελτίων που παρέδωσε για άλλου τύπου χρήση ο Ασδραχάς στον Δημήτρη το 2012. Ας μου επιτραπεί, όμως, να επαναλάβω εδώ ό,τι υποστήριξα και στην περσινή παρουσίαση της εργογραφίας, πως στην κίνηση αυτή θα μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε εκείνο που οι παλαιοί ονόμαζαν χειροθεσία. Μια χειροθεσία που ο Δημήτρης την τίμησε, προσφέροντάς μας όχι μόνο αυτή την πολύτιμη καταγραφή αλλά και μια στοχαστική δοκιμή βιογραφίας, όπου σκιαγραφεί «μια  γενική εικόνα της πορείας του [Ασδραχά], των μεγάλων σταθμών, των μεγάλων θεματικών, των κομβικών εννοιών, των θεσμικών παρεμβάσεων, της δημόσιας παρουσίας του» (σ. 21).Τον παρακολουθεί στις τρείς πατρίδες του, τη Λευκάδα, την Αθήνα και το Παρίσι, στους θεσμούς που σφράγισε με την παρουσία του, στο αποτύπωμά του ως ιστορικού και ως πολίτη.

            Επειδή έτυχε να περάσω τη ζωή μου πλάι ή στην τροχιά του Φίλιππου Ηλιού κατασκευάζοντας βιβλιογραφίες, θέλω να πιστεύω πως υπάρχει εκείνος ο αναγνώστης που έχει μάθει ή του αρέσει να τις φυλλομετρά και να τις διαβάζει από την αρχή ώς το τέλος. Το λέω αυτό γιατί συνήθως τα έργα τεκμηρίωσης προσφέρονται κατεξοχήν για ωφελιμιστική χρήση. Ανατρέχουμε σε αυτά με συγκεκριμένα αιτούμενα μέσω των ευρετηρίων, τρόπος αναζήτησης και επιλεκτικής ανάγνωσης που αναμφισβήτητα υπηρετείται καλύτερα από την ηλεκτρονική μορφή. Ωστόσο το έντυπο παρέχει τη δυνατότητα να το περιδιαβάσεις και να σκεφτείς συνολικά την ύλη του.

Έτσι διαβάζοντας αυτή τηνεργογραφίαδεν έλειψαν οι εκπλήξεις και τα παράδοξα. Λόγου χάριν το γεγονός ότι η φοιτητική εργασία του Ασδραχά για τον Πλήθωνα δημοσιεύτηκε εν αγνοία του συγγραφέα με το όνομα του Γεώργιου Σακελλαρίου, καθηγητή Παιδαγωγικών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (αρ. 2). Ή η απρόσμενη χιουμοριστική πτυχή που μαρτυρείται είτε στα ψευδώνυμα που χρησιμοποιεί ο Ασδραχάς είτε κυρίως στις παιγνιώδεις επιστολές σε μακρυγιαννικό ύφος που δημοσίευσε στην εφημερίδα  Ανεξάρτητος Τύπος το 1959. Γράφει, ας πούμε, για τα κρατικά βραβεία ποίησης: «είναι σαν τα λεφτά στα βαφτίσια, όποιος προλάβει παίρνει. Το βραβείο της ποίησης είναι πολλά βαρύ όπου κανείς δεν είναι άξιος να το σηκώση και να το μεράσει. Μοναχά ο χρόνος μεράζει βραβεία. Κι όσοι τα δίνουν τώρα γελάνε το χρόνο κι όσοι τα παίρνουν τώρα θα απολογηθούνε στα κατοπινά χρόνια. Ότι τους διαβάζει ο λαός και θα γελάει και μ’ αυτούς που τα μέρασαν και μ’ αυτούς που τα πήραν» (αρ. 68). Και για την επίθεση αστυνομικών δυνάμεων σε φοιτητές γράφει ο ίδιος, πάλι σε ύφος μακρυγιαννικό: «δια τα νέα καμώματα των χωροφυλάκων όπου ετζάκισαν στο ξύλο τα λιανόπαιδα του Πανεπιστημίου, όντας ετούτα χάλεβαν[γύρευαν] μπόσκο εισιτήριο για να παγαίνουν εις τα σχολεία τους και να πισωγυρίζουν εις τα κονάκια τους τα μιστωμένα. Κι ήταν των ομματιών μου πόνος αβάσταγος να γλέπω τη χωροφυλακή να βαράη τις παρθένες και τα ’ρσενικά μέσα στο Πανεπιστήμιο οπούναι σαν το σπίτι τους» (αρ. 69).

Έκπληξη επίσης αποτέλεσε η πολύ περιορισμένη για να μην πω μίζερη δεξίωση που είχε το έργο του Ασδραχάαπό περιοδικά και εφημερίδες τη στιγμή της έκδοσής του, σε χρόνια που ζήσαμε και εν μέρει θυμόμαστε κι εμείς. Το μείζον έργο του για τουςΜηχανισμούς της Αγροτικής Οικονομίας στην Τουρκοκρατία, το 1978, είχε μία μόνο παρουσίαση σε ξενόγλωσσο περιοδικό. Η Οικονομική Δομή των βαλκανικών χωρών το 1979 και η Ιστορία της Ιόνιας Ακαδημίας το 1982 εμφανίζουν από μία παρουσίαση. Καμία παρουσίαση για την Ελληνική κοινωνία και οικονομία το 1982 και το 1988, για  την Ιστορική έρευνα και παιδεία το 1982 και το 1999, για τα Ζητήματα Ιστορίας το 1983 και το 1999, για την Οικονομία και νοοτροπίες το 1988, για τα Σχόλια το 1993, για τα Ιστορικά απεικάσματα το 1995. Φτωχή και εν συνεχεία η συγκομιδή, που θα άξιζε να τη σκεφτούμε και να μη βιαστούμε να αναμασήσουμε τα στερεότυπα και να την αποδώσουμε μόνο στον περίτεχνο, κρυπτικό λόγο του Ασδραχά.

Κάτι επίσης που, ανάμεσα στα άλλα, ήταν γνωστό και το άφηνε συχνά και ο ίδιος να εννοηθεί, η εργογραφίαεπιτρέπει να το διαπιστώσεις ανάγλυφα εν τοις πράγμασι:  πόσο δηλαδή αυτοδημιούργητος υπήρξε, όπως πολλοί συνηλικιώτες του ιστορικοί, πόσοδιαμορφωμένος πήγε στο Παρίσι το 1965. Αρκεί ίσως να αναφέρω ότι αρχίζοντας να δημοσιεύει το 1953, σε ηλικία 20 χρόνων, και ώς το 1960 που πήρε καθυστερημένα το πτυχίο του, μετρούμε 84 δημοσιεύματα. Για τη γόνιμη πενταετία που ακολούθησε, όταν χάρη στον Κ. Θ. Δημαρά βρέθηκε στην πρώτη πεντάδα των ερευνητώνστο Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού (τότε Βασιλικού) Ιδρύματος Ερευνών και μέχρι τη στιγμή που έφυγε υπότροφος για τη Γαλλία, μετρούμε άλλες 69 εγγραφές. Και για να μείνουμε στις ποσοτικές σταθμίσεις,να πούμε ότι ο Τριαντάφυλλος Σκλαβενίτης έχει λογαριάσει πως, εκτός από τις επιστημονικές μελέτες, οι βιβλιοκρισίες τις οποίες ο νέος ανένταχτος αριστερός κομμουνιστής δημοσίευσε κατεξοχήν στο περιοδικό που τον εξέφραζε ιδεολογικά, την Επιθεώρηση Τέχνης, μεταξύ 1956 και 1965, συνιστούν το 38% επί του συνόλου των αντίστοιχων κειμένων του περιοδικού.

Διατρέχοντας τα λήμματα της εργογραφίας έως τα μέσα της δεκαετίας του ’60,και με τη συνδρομή της δοκιμής βιογραφίας του Δημήτρη για την περίοδο αυτή,γίνεται σαφές ότι οι θεματικές που σφραγίζουν το έργο τουΑσδραχά (προεπαναστατικά χρόνια, κλεφταρματολοί, Λευκάδα και πολιτισμική ιστορία των Επτανήσων) βρίσκονται εξαρχής εκεί. Σε ηλικία 24 ετών, το 1957, του ανατίθεται η υπομνηματισμένη επανέκδοση των απομνημονευμάτων του Μακρυγιάννη, όπου η εξοικείωσή του με τον κόσμο των κλεφταρματολών του επιτρέπει να ιστορικοποιήσει αυτό το εξόχως ιδεολογικοποιημένο κείμενο, ενώ η ωριμότητά του γίνεται έκδηλη ακόμη και στην αντιμετώπιση της δριμείας κριτικής που δέχτηκε.  Όσο για την ευρυμάθεια και την ποικιλία των ενδιαφερόντων,  καταδεικνύονται, λόγου χάριν, από τα λήμματα που συντάσσει, όταν το 1958-1960, περιπλανώμενος «στον λόγιο επαγγελματισμό» όπως γράφει, συνεργάζεται με το Λεξικό Κοινωνικών Επιστημών. Ούτως ή άλλως, σταδιακά, από τις επιμέρους περιπτώσεις περνά στους μηχανισμούς, το τοπικό συνδέεται με το εθνικό, τα ερμηνευτικά σχήματα αποκλίνουν ριζικά από τη ρομαντική ηρωοποιητική ιστορία, ο κλεφταρματολισμός προσεγγίζεται με τους όρους της πρωτόγονης επανάστασης, ως μηχανισμός ενσωμάτωσης μάλλον παρά ανατροπής, ενώ το αυξανόμενο ενδιαφέρον για την οικονομική ιστορία συνδυάζεται με την ιστορία των ιδεών και τις νοοτροπίες. Και όλα διαπνέονται από τις «γόνιμες αναστατώσεις» του μαρξισμού αλλά και την εμπεδωμένη άποψη για την ανάγκη επιστημονικοποίησής του. Παράλληλα μαρτυρείται η πρώιμα συγκροτημένη άποψή του για την οργάνωση της έρευνας του νεοελληνικού πολιτισμού, ήδη σε κείμενο του 1958 όπου, εντελώς χαρακτηριστικά, εντοπίζεται  ο όρος «υψηλή εκλαΐκευση» (αρ. 16). Σε άλλο κείμενο «για τα τεκμήρια της Αντίστασης» που συνέταξε το 1962, προορίζοντάς το για την Επιθεώρηση Τέχνης, αλλά δεν δημοσιεύτηκε παρά το 1975, βρίσκει κανείς εκτεθειμένη όλη την τεκμηριωτική στρατηγική που θα υιοθετηθεί από τα ΑΣΚΙ 30 χρόνια αργότερα (αρ. 163). Τέλος, ας θυμίσουμε ότι ο Βιβλιογραφικός οδηγός του Ασδραχά που συνόδευσε την Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας του Νίκου Σβορώνου το 1978 πηγάζει από αδημοσίευτη εκτενή του μελέτη για τη νεοελληνική ιστοριογραφία του 1964 (σ. 232).

Χωρίς να παραγνωρίσουμε τη διεύρυνση των οριζόντων που σήμανε η μακρά παραμονή στην Εσπερία, αξίζει εντελώς επιγραμματικά να σχολιάσουμε, με οδηγό το βιβλίο του Δημήτρη, αυτή την πρώιμα κατακτημένη πνευματική ενδοχώρα. Οι ετοιμότητες του Σπύρου Ασδραχάδεν φτιάχτηκαν από το σχολείο και το Πανεπιστήμιο. Η σχολική ιστορία τον απωθούσε και όπως ο ίδιος έλεγε: «Δεν νομίζω ότι το πανεπιστήμιο με διαμόρφωσε. Ήμουνα outcast, αυτοδημιούργητος, με όλες τις ελαττωματικότητες που μπορεί να έχει αυτό το πράγμα, να είσαι εκτός συστήματος, να μην έχεις περάσει από μία σκληρή μαθητεία». Αντίθετα ήταν ο Βαλαωρίτης και η ρωμαλέα  απαγγελία της κυρίας Ρουμπίνας, της μητέρας του, ήταν οι λευκαδίτες λόγιοι που τον μύησαν στο Αρχειοφυλακείο και τη Δημόσια Βιβλιοθήκη της Λευκάδας, ήταν η συγκυρία, η μυθολογία της Αντίστασης, τα κομμένα κεφάλια των ανταρτών στο Πεντοφάναρο της κεντρικής πλατείας και η απαραίτητη για την εγγραφή στο Πανεπιστήμιο «Βεβαίωσις  εθνικοφροσύνης», ήταν η «αντικουλτούρα» που έκανε δυνατή τη συνειδητοποίηση του «εθνικού ψεύδους», ήταν οι παρέες, τα στέκια  και οι κουβέντες στην Αθήνα, ήταν τα παντοειδή μη ωφέλιμα διαβάσματα, τα περιοδικά και τα βιβλιοπωλεία, τα δίκτυα και τα μετερίζια μιας Αριστεράς σε δημιουργικό αναβρασμό παρόλη την πρόσφατη ήττα. Ήταν όλα αυτά που διαμόρφωσαν τους αυτοδημιούργητους ιστορικούς και διανοούμενους, τον Ασδραχά, αλλά και τον Φίλιππο Ηλιού, τον Άγγελο Ελεφάντη και άλλους πολλούς, και όχι τα πανεπιστημιακά έδρανα, για εκείνους βέβαια που είχαν τη δυνατότητα να τα προσεγγίσουν. Όσοι από μας φτιάξαμε τις ιστορικές μας περιέργειες και τις αντίστοιχες ζητήσεις μέσα στην τύρβη της Μεταπολίτευσης πολύ περισσότερο παρά στις όποιες σχολές έτυχε να βρεθούμε, μπορούμε εύκολα να το καταλάβουμε αυτό, που είναι ενδεχομένως χρήσιμο όταν αποτιμάται η σημασία συλλογικοτήτων σαν τη δική σας - δεν γνωρίζω τη Στάση στο Καλαμάκι αλλά υποθέτω το στίγμα της.

Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, οι πλαισιώσεις και τα ερεθίσματα  φυσικά δεν αρκούν. Από εκεί και πέρα αρχίζει η πάλη του καθενός με τον άγγελο, με τα όρια της ζωής και των δυνατοτήτων του. Και η πλούσια συγκομιδή που μας χάρισε ο Δημήτρης μας επιτρέπει ακριβώς να αναστοχαστούμε την εξαίρεση, διανοητικά και ηθικά, δηλαδή πολιτικά, που συνιστά η περίπτωση του δασκάλου μας Σπύρου Ασδραχά. Ή για να τελειώσω με τα λόγια του Δημήτρη: «παιδί του δικού του μικρού και μεγάλου χρόνου, παιδί των δικών του πατρίδων, που έφυγαν τώρα και χάθηκαν μαζί του, μαζί με τις λέξεις που έπλασε για να μας πει τον δικό του κόσμο. Μέσα από αυτό το ταξίδι ο Σπύρος Ασδραχάς έφτιαξε τη μορφή του: παιδί αυτής της εποχής, μέτοχοι της οποίας υπήρξαμε, λίγο ή πολύ όλοι μας. Παιδί της, αλλά και εκφραστής της; Οπωσδήποτε ναι, αναμφίβολα -  αλλά όχι καθρέφτης της» (σ. 24)

 

***

 

Σπύρος Ασδραχάς:

Συνηγορία για τις νέες και τους νέους

 

Άννα Ματθαίου

 

Ευχαριστώ πολύ τον Νίκο Ξυδάκη για την πρόσκληση και χαίρομαι πολύ που συμμετέχω στην αποψινή εκδήλωση, καθώς μου δίνεται η ευκαιρία να αναφερθώ σε όψεις της συμβολής του Σπύρου Ασδραχά στη ριζοσπαστική ανανέωση της ιστορικής και πολιτικής κουλτούρας στην Ελλάδα.

Ο Σπύρος Ασδραχάς πρωτοστάτησε στην ανάπτυξη των ιστορικών σπουδών, και είναι περισσότερο γνωστός για τις μελέτες του με έμφαση στην οικονομική ιστορία, η οποία αποτέλεσε ένα νέο και ευρύ πεδίο για τη νεότερη ελληνική ιστορία από την περίοδο της Μεταπολίτευσης ως τις αρχές του 21ου αιώνα. Τα σχόλια που ακολουθούν εκπορεύονται από το βιβλίο του Δημήτρη Αρβανιτάκη Σπύρος Ι. Ασδραχάς (1933-2017) Εργογραφία& δοκιμή βιογραφίας, το οποίο κυκλοφόρησε το 2021, από τις εκδόσεις Θεμέλιο. Το διπλό αυτό βιβλίο του Δημήτρη για τον Σ. Ασδραχά αναφέρεται στο σύνολο του έργου του ιστορικού και τις θεματικές χρονικότητές του, σε συνδυασμό με στοιχεία της βιογραφίας του και το ιστορικό πλαίσιο.

            Ο Σ. Ασδραχάς από το 1965 βρίσκεται στο Παρίσι με τριετή υποτροφία από το ΙΚΥ, και από 1967 έως το 1974 εργάζεται ως βοηθός έρευνας στο έκτο τμήμα της ÉcolePratiquedesHautesEtudes.  Κατά την περίοδο της Μεταπολίτευσης συμπίπτουν δυο σημαντικά γεγονότα. Το πρώτο αφορά το ξεκίνημα της διδασκαλίας του το 1974, αρχικά στο τέταρτο τμήμα της ÉcolePratique (με ανάθεση διδασκαλίας) και αργότερα στο Πανεπιστήμιο ParisI, Panthéon-Sorbonne, όπου αναλαμβάνει τη διεύθυνση μεταπτυχιακών διπλωματικών εργασιών και διδακτορικών διατριβών, στο πλαίσιο του σεμιναρίου που διδάσκει μια φορά τη βδομάδα, συνήθως Τρίτη απόγευμα. Ιανουάριο του 1994 ξεκινά το παράλληλο σεμινάριο στο Ινστιτούτο Ιστορικών Μελετών, το οποίο σταματά το 2007. Τα δυο αυτά σεμινάρια σε Παρίσι - Αθήνα συνέβαλαν στον εκδημοκρατισμό των μεταπτυχιακών σπουδών στην Ελλάδα, καθώς συγκέντρωσαν πλήθος φοιτητών και φοιτητριών, με απολογισμό στα 33 χρόνια διδασκαλίας 144 μεταπτυχιακές εργασίες και 53 διδακτορικές διατριβές.

Ας μη ξεχνάμε το σκληρό τοπίο των μεταπτυχιακών σπουδών στην Ελλάδα της εποχής –ένα τεράστιο μηδέν στο επίπεδο των ελληνικών πανεπιστημίων– που προδίκαζε την  αυστηρή ιεραρχία (κοινωνική, οικονομική ή πολιτισμική) όσων επιχειρούσαν την έρευνα ή την εκπόνηση διδακτορικής  διατριβής. Ο Σ. Ασδραχάς εντελώς συνειδητά προσπάθησε αν όχι να ανατρέψει, πάντως να διεμβολίσει αυτή την κατάσταση, διευκολύνοντας την εγγραφή για μεταπτυχιακές σπουδές  σε άτομα που εργαζόντουσαν στην Ελλάδα ή δεν μπορούσαν να έχουν μια συνεχή διαμονή και παρουσία στο Παρίσι για λόγους οικονομικούς.

Η στάση του αυτή, καθώς τη σκέφτομαι σήμερα, υπήρξε ριζοσπαστική για δυο λόγους: πρώτα γιατί επέτρεψε σε έναν ευρύ αριθμό νέων κυρίως ατόμων να έρθουν σε επαφή με τη νεότερη ελληνική ιστορία, η οποία αποτελούσε ένα νέο πεδίο πρόσληψης και «ζήτησης» για τη χώρα,  και επίσης γιατί έσπασε τη στεγανή σοβαροφάνεια για το τι σημαίνουν μεταπτυχιακές σπουδές ή διατριβή, για το τι σημαίνει εντέλει εκδημοκρατισμός της παιδείας και των ιστορικών σπουδών. Και βεβαίως η στάση του αυτή σήκωσε αρνητικές κρίσεις, δυσπιστία και ειρωνεία –και όχι μόνο στο ελληνικό ακαδημαϊκό κατεστημένο[1]. Όπως σήμερα έχει επανέλθει και χρησιμοποιείται με καταγέλαστο τρόπο η αρετή της αριστείας, έτσι και στα μέσα του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα, ο πλουραλισμός των διατριβών, και δη των διατριβών οικονομικής ιστορίας ή ιστορίας των νοοτροπιών, θεωρήθηκε από κάποιους ότι υπερβαίνει τα εσκαμμένα.

            Το δεύτερο γεγονός αφορά τη συστηματική παρέμβασή του στην ιστορικές σπουδές και στην εδραίωση του επαγγέλματος των ιστορικών στην Ελλάδα. Όπως καταγράφει ο Δημήτρης στο βιβλίο του, από το 1977 έως το 1990 ο Σ. Ασδραχάς αναλαμβάνει τη διεύθυνση Προγραμμάτων Ερευνών στην Εθνική Τράπεζα, την Εμπορική Τράπεζα, τη Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας και μεταγενέστερα στην Τράπεζα Πειραιώς, και παράλληλα συμμετέχει στην Επιτροπή που συστήθηκε στο Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας του Υφυπουργείου Νέας Γενιάς (επί Κώστα Λαλιώτη το 1983). Όλα αυτά τα ερευνητικά προγράμματα, πέρα από την ανανέωση και διεθνοποίηση της «νέας ελληνικής ιστορίας», μέσω διεθνών συνεδρίων και συναντήσεων, στόχευαν στην αξιοποίηση και ανάδειξη στις δυο αυτές δεκαετίες νέων ανθρώπων που ετοίμαζαν ή μόλις είχαν υποστηρίξει τη διατριβή τους και αναλάμβαναν αξιοπρεπείς συμβάσεις (τονίζω το αξιοπρεπείς) για να δημοσιοποιήσουν και εκδώσουν τις μελέτες τους. Παράλληλα, με αυτό τον τρόπο, πριν ακόμα αρχίσει η χρηματοδότηση της έρευνας μέσω των ευρωπαϊκών κονδυλίων ΕΠΕΑΕΚ ή ΕΣΠΑ, η διατριβή πολλών νέων  ιστορικών χρηματοδοτήθηκε και εκδόθηκε σε άρτια βιβλία, εμπλουτίζοντας και ανανεώνοντας, θεαματικά, θεματικά την ελληνική ιστοριογραφία του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα.

            Παραθέτω τα λόγια του στην εναρκτήρια συνεδρία του διεθνούς Συμποσίου «Ιστορικότητα της παιδικής ηλικίας και της νεότητας», που οργανώθηκε στην Αθήνα 1-5 Οκτωβρίου 1984: «Για να έρθουν σε πέρας αυτές οι έρευνες έπρεπε να βρεθούν άνθρωποι [που θα τις αναλάβουν]. Οι μέθοδοι είναι τρεις: η μία είναι να βρει κανείς έτοιμους ανθρώπους, η δεύτερη είναι να διαμορφώσει ανθρώπους και η τρίτη να εμπιστευτεί στους ανθρώπους. Καθώς η πρώτη περίπτωση μάλλον αποκλειόταν, τουλάχιστον λόγω του εύρους της θεματικής και των δυνάμεων των οποίων είχε ανάγκη, καταλήξαμε στην Τρίτη εκδοχή, στο να εμπιστευτούμε τους ανθρώπους. Κι αυτό γιατί δεν είμαστε Κέντρο έρευνας, δεν είμαστε Πανεπιστήμιο, δεν έχουμε τη δυνατότητα της διαμόρφωσης ανθρώπων παρά στο βαθμό όπου οι προσωπικές επαφές θα μπορούσαν να συμβάλουν σε αυτό που λέμε διαμόρφωση ερευνητή, διαμόρφωση επιστήμονα. Επιτρέψτε μου να σας επισημάνω το γεγονός της εμπιστοσύνης προς τους νέους ανθρώπους, ανθρώπους που δεν έρχονται όλοι από το χώρο της επιστήμης της ιστορίας, αλλά και από άλλους χώρους των κοινωνικών επιστημών και έχουν οδηγηθεί στην ανάγκη ης ιστορίας από την ίδια τη λογική της επιστήμης τους που εκβάλλει στο ιστορικό. Αν το έργο που μας εμπιστεύτηκε το Υφυπουργείο Νέας Γενιάς έχει κάποια πολιτισμική επίπτωση, σημαντικό μέρος της επίπτωσης αυτής θα ορισθεί από το γεγονός της εμπιστοσύνης προς τις νέες ερευνητικές δυνάμεις, οι οποίες δεν υπάρχουν με ένα ‘καταξιωμένο’ έργο»[2]. Στο ζήτημα της εμπιστοσύνης στις νέες και τους νέους επιστήμονες θα επανέλθω.

            Ταυτόχρονα και παράλληλα ο Σ. Ασδραχάς με τον Φίλιππο Ηλιού και τον Βασίλη Παναγιωτόπουλο, τον Σεπτέμβρη  του 1983, χρονιά που όπως φαίνεται υπήρξε η πιο δραστήρια για τις υλοποιήσεις πολλών σχεδιασμών, ιδρύουν το περιοδικό Τα Ιστορικά, το οποίο εκδίδεται μέχρι σήμερα δυο φορές το χρόνο. Και τα Ιστορικά στηρίχτηκαν και υποστήριξαν αρκετές νεανικές πρώτες δημοσιεύσεις. Πολλές και πολλοί από τη γενιά μου έστειλαν τα πρώτα τους κείμενα στο περιοδικό, συχνά κατόπιν παραγγελίας ή υπόδειξης από τον Σ. Ασδραχά ή τους άλλους δυο συνιδρυτές. Αν διατρέξει κανείς τα ονόματα των συγγραφέων του περιοδικού, θα διαπιστώσει την πυκνή συμμετοχή από αρκετά νεαρά τότε άτομα που σύχναζαν σε διάφορα σεμινάρια στο Παρίσι.

            Σε όλα αυτά ας προσθέσουμε και την αλλαγή κουλτούρας που συντελέστηκε αυτή την εικοσαετία. Παλιότερα η προσθήκη «ιστορικός» ως επαγγελματική ιδιότητα δεν σήμαινε τίποτα, σε αντίθεση με την καταξιωμένη ταυτότητα του φιλόλογου. Κοινή πεποίθηση των τριών ιδρυτών του περιοδικού Τα Ιστορικά είναι και η εδραίωση της αυτονομίας του επαγγέλματος του ιστορικού. Για το ζήτημα αυτό, αλλά και για τη ευρύτητα του έργου των ιστορικών (σε σχέση και με τις προτεραιότητες και κατευθύνσεις της ιστορικής επιστήμης) ο  Σ. Ασδραχάς έχει γράψει πολλές φορές. 

Με τον ίδιο παλμό λόγου και ψυχής συμμετέχει στο σχεδιασμό και την οργάνωση του πρώτου αυτόνομου Τμήματος Ιστορίας, στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, το 1984. Ήδη από το 1982-3 είχε επεξεργαστεί ένα κείμενο για τη «φυσιογνωμία και πολιτισμική πολιτική του Πανεπιστημίου του Ιονίου» που δημοσιεύτηκε στο π. Αντί το Μάιο του 1983, έχοντας στο νου του «μια Σχολή Επιστημών του Ανθρώπου, Κοινωνικών Επιστημών, με μια κοινή αναφορά: τη διαχρονία, και ένα κοινό αιτούμενο, την επικοινωνία των επιστημών αυτών» (Δ. Α., σ. 326-27). Το Τμήμα Ιστορίας στήθηκε, διαφορετικά όμως από τους αρχικούς σχεδιασμούς, και βέβαια υφίσταται μέχρι σήμερα…

             Ο Δημήτρης Αρβανιτάκης χρησιμοποιεί αρκετές φορές την «αναφορά στο γαλλικό παράδειγμα», σχολιάζοντας αντιστοιχίες ή μεταφορές εγχειρημάτων και θεσμικών προτάσεων του Ασδραχά από το Παρίσι, κάποιες από τις οποίες υλοποιήθηκαν με διαφορετικό τρόπο, κάποιες κακοποιήθηκαν, κάποιες έμειναν στα χαρτιά και πολλές τερματίστηκαν με την αλλαγή του πολιτικού τοπίου.

 Θέλω να σχολιάσω αυτό το «γαλλικό παράδειγμα». Πιστεύω πως τα γεγονότα του Μάη του ’68 στο Παρίσι, και κυρίως η «πολιτιστική επανάσταση» που συζητήθηκε ή επιχειρήθηκε, ιδίως στο χώρο της παιδείας, επηρέασαν τη θέαση και τους σχεδιασμούς του Σπύρου Ασδραχά σε πολλά πράγματα, αλλά και στο ζήτημα του εκδημοκρατισμού της γνώσης και της διδασκαλίας, και ιδίως της εμπιστοσύνης του στις νέες και τους νέους. Κι όταν με το καλό μεταφερθούν τα βιβλία του από το Παρίσι στην Ελλάδα θα επαληθεύσω αν  πράγματι στη βιβλιοθήκη του υπάρχει το βιβλίο που πριν από λίγους μήνες επιτέλους μεταφράστηκε στα ελληνικά, το βιβλιαράκι  του HenriLefebvre με τίτλο Η εισβολή του Μάη[3], που γράφτηκε εν θερμώ, ταυτόχρονα με τα συμβάντα, τον Μάιο-Ιούνιο του 1968, με στόχο όχι την αποτίμηση αλλά την προοπτική του Μάη σε διάφορα ζητήματα, ανάμεσά τους και στην παιδεία. Πιστεύω ότι το παρακάτω απόσπασμα θα μπορούσε να έχει διαβαστεί ή αποτελέσει πηγή στοχασμού  του Σ. Ασδραχά, καθώς αναφέρεται σε κοινωνικές και θεωρητικές ιεραρχήσεις, που παρόλες τις διαφορές μεταξύ των δυο χωρών (Ελλάδας και Γαλλίας) μοιάζει να έχουν κοινή παρουσία.

«Αυτό που καταρρέει είναι η ιδεολογία της ιεραρχικής κατηγοριοποίησης, η εικόνα της τάξης που τοποθετεί τον διδάσκοντα πάνω από τον διδασκόμενο, τη γνώση πάνω από την άγνοια η οποία αποζητά να μάθει και έχει αρχίσει να μαθαίνει» … «Θα μπορούσε ο διδάσκων να θεωρείται ένας “μηχανικός των ψυχών”; Σίγουρα όχι. Δεν διαπλάθει τις ψυχές σύμφωνα με μια κεκτημένη και αμετάβλητη γνώση. Ο διδάσκων υπάρχει αφ’ εαυτού» … «Ο διδάσκων δεν μπορεί να εξομοιωθεί με ένα κανάλι ούτε ο θεσμός του Πανεπιστημίου με ένα δίκτυο. Ανασύσταση της γνώσης; Ναι, αλλά ριζικά μετασχηματισμένη από μιας τεράστιας κλίμακας εργασία (διδασκαλία, έρευνα, ανακάλυψη), συγχρόνως συλλογική και ατομική, που συνδυάζει αυτές τις δυο αδιαχώριστες πλευρές της πράξης. Πρόκειται για μια εργασία παραγωγική, δηλαδή δημιουργική»[4].

Ο Μάης του 1968 αφορούσε σε πολύ μεγάλο βαθμό τα προβλήματα της παιδείας, εξίσου μη εκδημοκρατισμένης και στη Γαλλία. Είναι η εποχή που τα προβλήματα της εκπαίδευσης συναρτώνται άμεσα με την πολιτική, η εποχή της «πολιτικής παιδείας», σύμφωνα με τα λόγια του HenriLefebvre. Είναι περισσότερο από σίγουρο ότι ο Σ. Ασδραχάς αφουγκράζεται, διαβάζει, σκέφτεται και επεξεργάζεται τις αναζητήσεις του γαλλικού Μάη, τότε, αλλά και αργότερα, και προσμετρά τις αλλαγές  που αυτός κληροδότησε. Γνωρίζει βέβαια πολύ καλά τις διαφορές ανάμεσα στο γαλλικό και ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα και στους ίδιους τους φοιτητές.

Θα κλείσω με τα λόγια του, από μια συνέντευξη στον Τριαντάφυλλο Σκλαβενίτη στις 26 Ιανουαρίου 1983, πριν σαράντα χρόνια, όταν σχολιάζει και προσμετρά τις δυσκολίες του ελληνικού εγχειρήματος και τα βαρίδια του ελληνικού εκπαιδευτικού και πανεπιστημιακού κατεστημένου. Μιλάει για μια καθημερινή ψυχολογική δοκιμασία των φοιτητών που ζώντας σε νέα περιβάλλοντα πασχίζουν όχι απλώς να προσαρμοστούν, αλλά να αποτινάξουν κάποιες από τις  προηγούμενες  βεβαιότητες και άχρηστες ή στρεβλές γνώσεις.

«Είναι επόμενο ότι όσοι σπουδάζουν στη Γαλλία έχουν τη δυνατότητα να έρθουν σε επαφή με μια ιστοριογραφία που ανανεώνεται συνεχώς και μπορούν έτσι να μεταμοσχεύσουν την προβληματική της στην εθνική μας ιστοριογραφία και να συμβάλουν, συνεπώς, στην απαγκύλωσή τηςˑ ακόμη περισσότερο να συμβάλουν στην παραγωγή μιας ανεξάρτητης επιστήμης. Δυνατότητα όμως δεν σημαίνει και πραγματικότητα: ειδικά ως προς τη Γαλλία το πρόβλημα της επιστημονικής ενσωμάτωσης των Ελλήνων μεταπτυχιακών σπουδαστών είναι τεράστιο, γιατί στις συντριπτικά περισσότερες περιπτώσεις δεν έχουν αποκτήσει στο ελληνικό πανεπιστήμιο μια ιστορική ευαισθησία ικανή να τους κάμει δέκτες των ερεθισμάτων που εκπέμπει η γαλλική ιστοριογραφία, ας πούμε εκείνη που βγαίνει από το κλίμα των Annales. Αρχίζει μια προσωπική πάλη των σπουδαστών, από την οποία έχω την εντύπωση ότι πολλοί θα βγουν κερδισμένοιˑ μια πάλη που έχει ως σκοπό τη συγκρότηση ενός σκεπτικού τελείως διαφορετικού απ’ αυτό που τους έδωσε η αγωγή τους, μια πάλη που την υποβοηθά μια κεκτημένη απαίτηση, να δώσουν δηλαδή ιστορική διάσταση στα σημερινά προβλήματα της ζωής τους και των αντικειμένων των επιστημών στις οποίες έχουν θητεύσει. Γιατί είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι υπάρχει έντονη ιστορική ζήτηση από την πλευρά σπουδαστών που δεν έχουν βγάλει φιλοσοφικές σχολές, πράγμα που υποδηλώνει και την ανάγκη για ιστορική παιδεία που υπάρχει στη χώρα μας. Στο βαθμό που μπορώ να ξέρω τα ενδιαφέροντα νέων που σπουδάζουν ιστορία στο Παρίσι, είμαι σε θέση να μαρτυρήσω ότι πραγματικά τα ενδιαφέροντα αυτά τείνουν να συμβάλουν, στο θεματολογικό τουλάχιστον επίπεδο, στη διαφοροποίηση των ιστορικών σπουδών μας. Αλλά το παιχνίδι δεν πρόκειται να παιχτεί σε κανένα Παρίσι αλλά στην ίδια μας τη χώρα»[5].

Όπως προσπάθησα να σας πω απόψε πολλά σχέδια και προσωπικά στοιχήματα στήθηκαν από τον Σπύρο Ασδραχά και ευτυχώς κάποια από αυτά αντιστάθηκαν στη σκουριά του χρόνου και των πρόσφατων δύσκολων καιρών.  Ανάμεσά τους είναι η ανανέωση των ιστορικών σπουδών σε συνδυασμό με την ηλικιακή και κοινωνική ανανέωση των ίδιων των ιστορικών. Το κείμενο αυτό το έγραψα πριν την πρώτη Μαρτίου και την οδύνη που ακολούθησε για το θάνατο τόσων νέων ανθρώπων στα Τέμπη. Ξαναδιαβάζοντάς το χθες, ένοιωσα ότι μιλώντας σας απόψε για τις προσπάθειες αυτές του Σπύρου Ασδραχά υπέρ των νέων και αδυνάτων, αποτίνω την ελάχιστη τιμή στις φοιτήτριες και τους φοιτητές που χάθηκαν, όπως ο ίδιος θα επιθυμούσε.


[1] Στο βιβλίο του Δημήτρη Αρβανιτάκη (Σπύρος Ι. Ασδραχάς (1933-2017). Εργογραφία& δοκιμή βιογραφίας, Αθήνα, Θεμέλιο, 2021, σ. 310) επισημαίνονται κάποια σχετικά σχόλια.

[2]Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου Ιστορικότητα της παιδικής ηλικίας και της νεότητας, τ. Α΄, Αθήνα, Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας-Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς, 1986, σ. 31.

[3]HenriLefebvreΗ εισβολή του Μάη, Μετάφραση: Δημήτρης Γκινοσάτης, Επιμέλεια: Τάσος Μπέτζελος, Επίμετρο: Γιάννης Φλυτζάνης, Αθήνα, Εκδόσεις Εκτός Γραμμής, 2022.

[4]στο ίδιο, σ. 177 και 178.

[5]Σπύρος Ασδραχάς, Σχόλια, Αθήνα,  Αλεξάνδρεια, 1993, σ. 209-210.


                                                            ***

 

Σπύρος Ασδραχάς:

Ένας ιστορικός στον δρόμο

 

Δημήτρης Αρβανιτάκης

 

Πρόκειται, μήπως, για λογοπαίγνιο; Ο Σπύρος Ασδραχάς δεν ήταν ο άνθρωπος της κοινωνικής δράσης, της κομματικής δέσμευσης ή της πολιτικής στράτευσης, δεν ξέρω καν αν πήγε ποτέ του σε διαδήλωση. Για ποιον «ιστορικό στον δρόμο», λοιπόν, θα μιλήσουμε; Παρά τα φαινόμενα, όμως, ακριβώς γι’ αυτόν θα μιλήσουμε: για τον άνθρωπο, για τον ιστορικό, της διαρκούς πολιτικής παρέμβασης και της διαρκούς μέριμνας για την καλλιέργεια της ιστορικής παιδείας, για τον ιστορικό που εξελάμβανε την ιστορία ως αναγκαία, ανατρεπτική πολιτισμική παρέμβαση, για τον ιστορικό του αιτήματος της απελευθέρωσης.

Προκειμένου να σχολιάσω το θέμα μου, δεν θα αναφερθώ στο καθαυτό ιστοριογραφικό του έργο, αλλά θα επικεντρωθώ σε μια εκ πρώτης όψεως περιφερειακή πτυχή του: στην αρθρογραφία του σε περιοδικά και εφημερίδες, σε μη επιστημονικά έντυπα, για να επιχειρήσω να δω μαζί σας τι επεδίωκε άραγε με αυτή την παράλληλη δραστηριότητα, ποια σχέση μπορεί να έχει αυτή με το κυρίως επιστημονικό του έργο.

Και πρώτα, οι αριθμοί. Η εργογραφία του αριθμεί συνολικά 724 κείμενα. Για τις ανάγκες της αποψινής συζήτησης, κάθισα και μέτρησα τις συμβολές για τις οποίες θα ήθελα να μιλήσουμε, για τη μη καθαρά επιστημονική του αρθρογραφία, δηλαδή. Προσμετρώντας όχι τα σκόρπια ευκαιριακά άρθρα, αλλά μόνο όσα δημοσιεύτηκαν σε έντυπα με τα οποία είχε κάποια μονιμότερη σχέση ή σύνδεση, βρίσκω ότι αυτά είναι 325. Κάτι παραπάνω από τα μισά του συνολικού αριθμού της εργογραφίας. Η κατανομή τους έχει κάποιο ενδιαφέρον: 105 κείμενα στην Καθημερινή (όλα στη Μεταπολίτευση, εννοείται)· 102 στην Αυγή (δύο απ’ αυτά πριν το 1967)· 48 στην προδικτατορική Επιθεώρηση Τέχνης· 14 στον επίσης προδικτατορικό Ανεξάρτητο Τύπο· 13 στον Πολίτη· 11 στα Νέα· 10 στις Λευκαδίτικες Σελίδες· 9 στην Ελευθεροτυπία· 8 στο Αντί· 5 στην Εποχή. Από αυτά, όπως είναι ευνόητο, η μερίδα του λέοντος ανήκει στα μετά το 1974 χρόνια: 76 πριν από το 1974 και 249 μετά. Ο λογαριασμός έγινε με το μολύβι και μπορεί το εξαγόμενο να μην είναι απολύτως ακριβές, αλλά εδώ βρισκόμαστε.

Φαίνεται από τα παραπάνω, αλλά ας το πούμε πιο ρητά: παλαιότερη και μονιμότερη σύνδεσή του υπήρξε εκείνη με τον αστερισμό των εντύπων της Αριστεράς, αρχής γενομένης από την Επιθεώρηση Τέχνης στη δεκαετία 1956-1965. Ο μεγάλος αριθμός των κειμένων του στην Καθημερινή οφείλεται σε μία συνεργασία που γνώρισε δύο φάσεις: η πρώτη από τον Οκτώβριο του 1992 μέχρι τον Ιανουάριο του 1994 (οπότε, όπως σημειώνει ο ίδιος, «η εφημερίδα διέκοψε τη συνεργασία»), και η δεύτερη από τον Ιούνιο του 2009 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2012. Και η μία και η άλλη βρήκαν, ευτυχώς, τον δρόμο του τυπογραφείου, και οι δύο από τις εκδόσεις «Θεμέλιο»: η πρώτη το 1995, με τον τίτλο Ιστορικά απεικάσματα και η δεύτερη, το 2014, με τον τίτλο Υπομνήσεις. Ιστορικότροπα σημειώματα.

Ως προς τη συχνότητα και την αιτιολογία. Εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι αυτή η δραστηριότητα μπορεί στην πρώτη φάση της, στις δεκαετίες του 1950 και του 1960 να υπάκουε σε ανάγκες έκφρασης, δεδομένης μάλιστα της έλλειψης αυστηρά επιστημονικών ιστορικών περιοδικών, ή να ήταν στο πλαίσιο ενός «λόγιου επαγγελματισμού», όπως το έλεγε ο ίδιος, αλλά στις δεκαετίες μετά το 1970 υπάκουε, κατά τη δική μου ανάγνωση τουλάχιστον, σε μια συγκεκριμένη λογική πολιτικής,δηλαδή πολιτισμικής παρέμβασης: επρόκειτο για τη συνειδητή σκιαγράφηση ενός άλλου προφίλ διανοουμένου, για μια άλλη στόχευση του ιστοριογραφικού έργου.

Εκείνο που δίχως καμία αμφιβολία χαρακτηρίζει τον δημόσιο λόγο του είναι ο «αυτοπεριορισμός» του σε έναν ευρύ μεν, συγκεκριμένο όμως, πλέγμα θεμάτων – ο όρος «πλέγμα» δεν είναι τυχαίος: κείμενα πολυεπίπεδου ιστορικού/ιστοριογραφικού προβληματισμού, βιβλιοκρισίες, κείμενα για την πολιτική, για την εκπαίδευση, για την έρευνα. Ίσως και άλλα, αλλά κυρίως αυτά. Αν, λοιπόν, υπήρξε ένας διανοούμενος της μακράς Μεταπολίτευσης, υπήρξε ένας πολύ ιδιαίτερος διανοούμενος, εντασσόμενος σταθερά στον χώρο της Αριστεράς (και «επενδύοντας σε αυτήν το κύρος του», όπως εύστοχα έχει επισημάνει ο Αντώνης Λιάκος), αυτοπεριοριζόμενος σε πεδία για τα οποία μπορούσε να έχει έμπεδη γνώση, μπορούσε να εκφράσει υπεύθυνο προβληματισμό. Αλλά, όχι μόνο αυτό.

Ο Σπύρος Ασδραχάς δεν έγραψε αυστηρά θεωρητικά κείμενα, κείμενα για τη θεωρία της ιστορίας, κείμενα μεθοδολογικού χαρακτήρα. Και όμως. Μένει κανείς πάντα με την εντύπωση ότι όλα του τα κείμενα συζητούν ακριβώς για τη φύση και για τη θεωρία της ιστορίας, για τα όρια και τους τρόπους της ευρετικής, για τη φύση και τα όρια του πηγαϊκού κόσμου, για την άρθρωση του «αλφάβητου» του ιστορικού, για το ζήτημα της ιστορικοποίησης των εννοιών και των εργαλείων του ιστορικού: όλα του τα κείμενα θέτουν ζητήματα ιστορικής μεθοδολογίας, σκιαγραφούν έναν στοχασμό για την ιστορία. Αν, όμως, δεν έγραψε κείμενα τέτοιας φύσεως, πιστεύω ότι αυτά τα μικρά κείμενα, αυτά που είδαν το φως στα μη επιστημονικά έντυπα, υπηρετούν σε μεγάλο βαθμό αυτή τη λειτουργία του λόγου του.

Στα σύντομα αυτά κείμενα, κάποτε και σε συνεντεύξεις-συζητήσεις, έβρισκε την ευκαιρία να διατυπώσει ισχυρούς ιστοριογραφικούς προβληματισμούς, την πρακτική εφαρμογή των οποίων έδειχνε στα (ή μάλλον: την αντλούσε από τα) πιο αυστηρά επιστημονικά του κείμενα. Αν αληθεύει αυτή η σκέψη, τότε μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα συνεχές πεδίο λόγου, μπροστά σε μία αδιάρρηκτη συζήτηση και έναν ενιαίο θεωρητικό-εμπειρικό προβληματισμό, ο οποίος εκφραζόταν με διαφορετικούς τρόπους, αλλά όχι με διαφορετικές ποιότητες. Έτσι, δεν επιτρέπεται να θεωρήσουμε τα κείμενα αυτά ως ευκαιριακά, αλλά χρειάζεται να τα αναδείξουμε σε ισοδύναμους συζητητές, σε αναγκαίους σχολιαστές της ίδιας της ιστοριογραφικής του πρακτικής, σε υπόρρητους δείκτες προσανατολισμού του ιστοριογραφικού σκεπτικού του. Θα μείνω σε ένα-δύο παραδείγματα αυτού που ονομάζω συνεχές πεδίο λόγου, αυτής της εσωτερικής δηλαδή επικοινωνίας των μικρών δημοσιευμάτων με το καθαυτό επιστημονικό του έργο.

Έχει αναφερθεί πολλές φορές ο ίδιος, έχουν αναφερθεί και οι δύο συνοδίτες του, ο Φίλιππος Ηλιού και ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος, στην προσπάθεια κάποιων, λίγων, νέων ιστορικών, στις δεκαετίες 1950-1960, αφενός να εμβολίσουν την ακαδημαϊκή ιστοριογραφία και αφετέρου να «επιστημονικοποιήσουν» τον μαρξισμό, με πεδίο άσκησης την ιστορική έρευνα. Ο ίδιος, άλλωστε, έχει επισημάνει μια ευρύτερη τάση, που αναζητούσε την έκφρασή της σε έναν τουλάχιστο τομέα του εκλαϊκευτικού λόγου: όταν μιλούσε για την έκδοση του Εγκυκλοπαιδικού Λεξικού της Νεωτέρας Ελλάδος του Ελευθερουδάκη με αρχισυντάκτη τον Στάθη Δρομάζο, έκανε λόγο για την προσπάθεια διατύπωσης ενός «επιστημονικοποιημένου αριστερού ιστορικού λόγου, ένας από τους κύριους εκφραστές του οποίου ήταν τότε [: στη δεκαετία του 1960] ο Νίκος Σβορώνος».

Με τα λόγια του Βασίλη Παναγιωτόπουλου: «Η μαρξιστική ιστοριογραφία βέβαια είχε ξεκινήσει πολύ πριν από τη δική μας γενεά, αλλά άκρως πολιτικοποιημένη καθώς ήταν, αδιαφορούσε για τα ερευνητικά καθέκαστα, αδυνατούσε να δημιουργήσει ένα έγκυρο ιστοριογραφικό πεδίο μαρξιστικής θεματολογίας, με άμεση και προφανή επίπτωση το να εγκαταλείπεται η ιστοριογραφική κοινότητα στις επιστημονικοφανείς απαιτήσεις μιας συντηρητικής ιστοριοδιφίας. [...] Είχαμε καταλάβει –και ο Σπύρος ήταν νομίζω ο βασικός εκφραστής αυτής της αντίληψης– ότι η ανανέωση της επιστημονικής μας ιστοριογραφίας και συνεπώς η δημιουργία μιας αποδεκτής επιστημονικής ταυτότητας για μας, πέρναγε μέσα από την αναβάθμιση της μαρξιστικής ιστοριογραφίας». Στα προβλήματα του νεαρού ελληνικού μαρξισμού έχει αναφερθεί επίσης ο Φίλιππος Ηλιού, μιλώντας για την ετερογένεια της μαρξιστικής ορολογίας, για τη συχνά μηχανιστική μεταφορά-προσαρμογή εν Ελλάδι θεωριών και μοντέλων, ακόμα για «ιδιότυπες μεταγραφές σε μαρξιστική ορολογία πληροφοριών και ερμηνευτικών συστημάτων που παρείχε η τρέχουσα ελληνική αστική ιστοριογραφία».

Αυτή είναι η μία πλευρά. Γιατί, ο Ηλιού έχει μιλήσει επίσης για τις «γόνιμες αναστατώσεις» που έφερε ο άγουρος ακόμα μαρξισμός, παρά τα προβλήματα και την ελλιπή του αυτονόμηση, στην ιστοριογραφική σκέψη των χρόνων εκείνων. Ακόμα περισσότερο: ο Σπύρος Ασδραχάς μίλησε, και μίλησε πολύ ενωρίς, για τα «γιναντιαία θέματα», τα οποία ανέδειξε ο μαρξισμός, ανανεώνοντας ριζικά την ιστοριογραφική ματιά. Και πότε το είπε αυτό; Τον Ιούνιο του 1961, σε ένα σημαντικότατο κείμενό του στην Επιθεώρηση Τέχνης, με τον τίτλο «Ενώπιον τάφου νεοσκαφούς», λίγο μετά τον θάνατο του Γιάννη Κορδάτου, απαντώντας σε πολύ αυστηρό τόνο σε έναν καθόλου συγκαλυμμένο λίβελο του Ευάγγελου Φωτιάδη, έναν λίβελο που υποκρινόταν τον επικήδειο του νεκρού Κορδάτου. Ας θυμίσω ότι ο Φωτιάδης ήταν ένας δεξιός, που υποδυόταν τον λόγιο και τον ιστορικό, εκείνη τη στιγμή διευθυντής της ΕΒΕ και καθηγητής ιστορίας στη Σχολή Ευελπίδων – μπορείτε να φανταστείτε...

Στο σύντομο κείμενό του, με εξαιρετική ετοιμότητα και αυτοπεποίθηση ύφους (το 1961 ο Ασδραχάς είναι είκοσι οχτώ χρονών), αναδείκνυε τον ιδεολογικό πυρήνα και τον πολεμικό χαρακτήρα του κειμένου του Φωτιάδη, στρέφοντας αυτός τη συζήτηση «στα γιγαντιαία θέματα [που] οφείλουν στον Κορδάτο την ένταξή τους στα ιστορικά μας ενδιαφέροντα». Αναλαμβάνοντας τη θαρραλέα συνηγορία του μαρξιστή ιστορικού, δεν νομίζω πως επιθυμούσε να υπερασπιστεί το σύνολο του έργου ή τη μεθοδολογία του Κορδάτου. Περισσότερο σίγουρο είναι πως ήθελε να υπερασπιστεί την ανεκτίμητη συμβολή του στην ανάδειξη αυτών των «γιγαντιαίων θεμάτων», τη συμβολή του στη μετακίνηση των ερευνητικών αξόνων, στη διατύπωση νέων ερωτημάτων και στην ανακάλυψη νέων πεδίων, κυρίως εκείνου της οικονομίας, που μπορούσαν να συνεισφέρουν στην «πραγματικότερη» κατανόηση της ιστορικής εξέλιξης και στην αποδέσμευση της ιστορίας από τη ρητορεία και την ιδεολογία. Άλλωστε, ο ίδιος έχει εκφράσει και αλλιώς τον προβληματισμό του, όταν, για παράδειγμα, εξέφραζε την εύγλωττη και πολύ δηλωτική απορία για τις δυνατότητες εκείνης της εποχής: «Οπότε τι μας έμενε στους φτωχούς [: πέρα από την ακαδημαϊκή ιστορία]; Να έρθει το εξ ουρανού φως από τον μαρξισμό. Ποιον μαρξισμό όμως;»

Επρόκειτο αναμφίβολα για ένα κείμενο «ευκαιριακό», ας πούμε, δημοσιευμένο σε ένα μη αυστηρά επιστημονικό περιοδικό, ένα κείμενο που στόχευε όμως στην καρδιά του ιστοριογραφικού προβληματισμού. Αλλά, δεν ήταν το μόνο. Η συζήτηση των ίδιων κομβικών ιστοριογραφικών θεμάτων με ανάλογες αφορμές συνεχίστηκε με πολλά ανάλογα δημοσιεύματα και στις επόμενες δεκαετίες. Ας θυμηθούμε, εντελώς ενδεικτικά, τη συνέντευξή του στα Νέα, τον Ιούλιο του 1977, με κέντρο το ερώτημα «αν πρέπει να ξαναγραφτεί η ιστορία», ή την πολύ σημαντική συνέντευξη-ποταμό στην Αυγή τον Ιούνιο του 1979, σε δύο συνέχειες, με τον πολύ ενδεικτικό τίτλο: «Η αυτόματη σχέση “βάση-εποικοδόμημα” ούτε μαρξισμός είναι ούτε πραγματικότητα». Με όλες αυτές τις ευκαιρίες των “δορυφορικών κειμένων” επιχειρούσε να αναδείξει όχι μόνο τον ιδεολογικό, άρα αντιεπιστημονικό, τον δικανικό και φρονηματιστικό χαρακτήρα της ακαδημαϊκής ιστοριογραφίας, αλλά και να επισημάνει τις «παραπληρωματικές λειτουργίες» που επιτελούσαν και η ακαδημαϊκή και μεγάλο μέρος της μαρξιστικής ιστοριογραφίας, η οποία πολύ συχνά άλλο δεν ήταν παρά το αντεστραμμένο είδωλο της ακαδημαϊκής ιστοριογραφίας ή ένα είδος μαρτυρολογίου, φρονηματιστικού δηλαδή λόγου από την ανάποδη, δίχως να διστάζει να πει ότι μια τέτοια δήθεν αριστερή ιστοριογραφία οδηγείται σε «άρση της ίδιας της μαρξιστικής αναφοράς».

Αν αυτές και πολλές άλλες ομόλογες παρεμβάσεις, κινούμενες επίμονα γύρω από το ζήτημα της μεθόδου, γύρω από την ανανέωση των εργαλείων και του εννοιολογικού οπλοστασίου του ιστορικού, έθεταν το ζήτημα της ιστορικής έρευνας και της ιστορικής παιδείας, αυτοί οι προβληματισμοί, για να θυμηθούμε το συνεχές πεδίο λόγου που αναφέραμε, βρήκαν τη συνολική διατύπωσή τους σε ένα μακρό κείμενο προγραμματικού χαρακτήρα, το 1982, εκείνο που γνωρίζουμε με τον τίτλο: Ιστορική έρευνα και ιστορική παιδεία. Πραγματικότητες και προοπτικές.

Εκείνο που αποκαλώ συνεχές πεδίο λόγου, η αδιάσπαστη δηλαδή δομή λόγου των πάσης φύσεως κειμένων του Σπύρου Ασδραχά, η οργάνωση ενός εσωτερικού αυστηρά επιστημονικού λόγου, είναι ορατή διά γυμνού οφθαλμού σε πολλές περιπτώσεις. Ένα ακόμα, καθόλου δευτερεύον, παράδειγμα. Μία από τις βασικές ιστοριογραφικές του θέσεις, κλειδί για την κατανόηση του προεπαναστατικού κόσμου, η θέση που βρήκε κατόπιν τη συμπυκνωμένη εικόνα της στην «πρωτόγονη επανάσταση» του Έρικ Χομπσμπάουμ, διατυπώθηκε σε τρία πρώιμα δημοσιεύματά του, στην Επιθεώρηση Τέχνης (1958, 1965) και στις Λευκαδίτικες Σελίδες (1966). Το κείμενο της Επιθεώρησης Τέχνης, ξαναδουλεμένο μετά τη γνωριμία του με το έργο του Χομπσμπάουμ είδε ξανά το φως στο καθόλα επιστημονικό Études Balkaniques το 1972, ενώ στις ίδιες θέσεις επανήλθε πολλές φορές είτε στον πυρήνα του ιστοριογραφικού του έργου είτε σε άλλα «εφημεριδογραφήματα». Σταματώ εδώ τα παραδείγματα.

 

Λόγος ισότιμος και ισοβαρής, λοιπόν, λόγος συζητητικός, βαθιά ιστοριογραφικός είναι ο λόγος των εφήμερων κειμένων του. Λόγος συμπυκνωμένος, αφαιρετικός, επιταχυνόμενης εννοιολογικής λειτουργίας, λόγος που προϋποθέτει την καθαυτό επιστημονική εργασία και εκβάλλει πολλαπλά σε αυτήν. Λόγος, εντέλει, που θέλει επίμονα, προγραμματικά, να είναι ιστοριογραφικός, είτε ως «υπομνήσεις» είτε ως «ιστορικά απεικάσματα» είτε ως «σχόλια».

Αυτός ακριβώς ο χαρακτήρας των μικρών κειμένων καθόριζε τη θερμοκρασία, τη «γραμματική» του λόγου τους, αλλά χάραζε αναπόφευκτα και τα όρια μιας ορισμένης ανορθόγραφης μοναξιάς μέσα στον έντυπο λόγο που τα περιέβαλε. Αυτός ο χαρακτήρας, αυτή η «γραμματική» έκανε τα κείμενα αυτά εν πολλοίς «ασύγχρονα», για να θυμηθούμε μια ιδιότητα από άλλο πεδίο λόγου. Δεδομένου ότι, όπως επιχειρώ να τεκμηριώσω εδώ, τα κείμενα αυτά αποτελούν τμήμα ενός ενιαίου ιστοριογραφικού συνεχούς, το οποίο οικοδομείται πάνω στις ίδιες εννοιολογικές βάσεις και στις ίδιες ιστοριογραφικές απαιτήσεις, ο λόγος αυτός γίνεται στοχαστικός, δύστροπος, λόγος που μοιάζει κάποτε εσωστρεφής. Ο ίδιος έχει μιλήσει γι αυτό, για τον λόγο αυτών ακριβώς των «εφημεριδογραφημάτων»:

«Δεν θέλω να πω πως είναι πάντα ένας εύληπτος τρόπος. Είναι ένας τρόπος που προσπαθεί να δημιουργήσει μια συνάντηση και μια επικοινωνία. Θα χαιρόμουνα πάρα πολύ εάν κάποιοι βρίσκουν κάτι σ’ αυτό τον τρόπο αφαιρετικής διατύπωσης πραγμάτων και βιωμάτων που μας ενώνουν όλους. Είναι, θα έλεγα, ένας τρόπος να εμφιλοχωρήσει το βλέμμα του ιστορικού στον άνθρωπο που νομίζει ότι είναι δέσμιος του παρόντος στο οποίο ζει. Και μια προσπάθεια να κατανοήσει ότι ανήκει σε μια συνέχεια, η οποία τροφοδοτείται από καινούργιες πραγματολογικά καταστάσεις, με απόληξη την συνειδητοποίηση του μεταβαλλόμενου συνεχούς, δηλαδή των τομών, οι οποίες όμως δεν είναι ποτέ ριζικές, καθώς η μία τομή δεν αποκόπτει τα προηγούμενά της. Δεν θεώρησα ποτέ ότι σ’ αυτά τα σημειώματα, που δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες, κάνω μια εκλαΐκευση της ιστορίας, όχι. Ήταν μια προσπάθεια, ανεξάρτητα με το αν πέτυχε ή όχι, μετάβασης από τον αφηγηματικό λόγο σε έναν προβληματισμένο λόγο. Όχι, δεν θέλησα να διδάξω».

Πράγματι, και αυτό το γνωρίζουν όσοι τον συναναστράφηκαν, ο Ασδραχάς δεν θέλησε ποτέ να ανεβεί στην έδρα, να διδάξει· αυτό, μάλλον, του έφερνε αμηχανία. Και είναι σίγουρο πως θεωρούσε αυτά τα μικρά, τα πρόσκαιρα κείμενα, τα «εφημεριδογραφήματα», ως κατεξοχήν ευκαιρίες για να υπονομεύσει τον εφησυχασμό του καθημερινού έντυπου λόγου και μέσω αυτού να ερεθίσει, απροσδόκητα, τους αναγνωστικούς ορίζοντες και τις αναμονές των δυνάμει αναγνωστών του – κατά τεκμήριο όχι ομότεχνους. Επιχειρούσε μήπως να διαμορφώσει, να συντελέσει στη διαμόρφωση ενός νέου τύπου αναγνώστη; Νομίζω πως ναι. Αλλιώς πώς να εξηγήσουμε την επίμονα προκλητική αρθρογραφία του –ανυποχώρητη ως προς τους κώδικες και απροσδόκητη ως προς τις θεματικές–, την ξεροκεφαλιά των κειμένων του, την αδιαφορία του για τις συμβάσεις του περιοδικού λόγου; Σκέφτομαι, για παράδειγμα, το ξάφνιασμα του αριστερού και αναμφίβολα προβληματισμένου αναγνώστη της Επιθεώρησης Τέχνης, ενός κατά βάση λογοτεχνικού-πολιτικού περιοδικού, όταν βρισκόταν μπροστά στα σκληρά τεκμηριωτικά και αυστηρά μεθοδολογικά ιστορικά κείμενα του Ασδραχά για τους κλεφταρματολούς ή τις πραγματικότητες του ΙΗ΄ αιώνα· σκέφτομαι τον αναγνώστη τού αποκλειστικά λογοτεχνικού περιοδικού Κύτταρο,όταν βρισκόταν μπροστά στη μελέτη του Ασδραχά«Το Σούλι ήταν σπαχηλίκι»· σκέφτομαι τον αναγνώστη της μεταπολιτευτικής Αυγής, όταν βρισκόταν μπροστά στη μακρά μελέτη του (δημοσιεύτηκε πρωτοσέλιδη σε τρεις συνέχειες, τον Ιανουάριο του 1980) για την οικονομική ζωή του ΙΗ΄ αιώνα ή για την οικονομία του χωριού επί Τουρκοκρατίας· σκέφτομαι τον (οπωσδήποτε καλλιεργημένο και όχι ανυποψίαστο) αναγνώστη του Πολίτη, όταν βρισκόταν μπροστά στις μελέτες για τα αγροτικά εισοδήματα ή για τα μεθοδολογικά ζητήματα της οικονομικής ζωής επί Τουρκοκρατίας κ.λπ.

Είναι πολλά τα παραδείγματα, μοιάζουν συνειδητή επιλογή και είναι απλωμένα στη μακρά διάρκεια της ζωής του Ασδραχά, ώστε να μη μας επιτρέπεται να πούμε ότι πρόκειται για συμπτώσεις. Αυτός ο στοχαστής της ιστορίας ζητούσε κάθε αφορμή για να σκεφτεί ξανά και ξανά, για να ελέγξει –επανερχόμενος, αναδιατυπώνοντας ή υπερβαίνοντας– τα ερμηνευτικά σχήματα και τους εννοιολογικούς κώδικες που του είχε υπαγορέψει η δοκιμασία των πηγών και το ταξίδι της θεωρίας· ζητούσε κάθε ευκαιρία για να συνομιλήσει –κι ας ήταν αυτό απαιτητικό– με όσους ήθελαν να συμμετάσχουν σε αυτή τη διαρκή αναζήτηση· ζητούσε κάθε ευκαιρία για να επισημάνει την ανάγκη να συνειδητοποιήσουμε ότι «ο άνθρωπος ιστορικοκρατείται».

Δηλώνουν κάτι, λοιπόν, τα παραπάνω; Κατέβηκε ο Σπύρος Ασδραχάς στον δρόμο; Κι αν ναι, σε ποιον δρόμο και γιατί; Το είπαμε και πριν: αν ο άνθρωπός μας υπήρξε διανοούμενος, υπήρξε ένας ιδιόμορφος διανοούμενος, ο οποίος είχε απόλυτη συνείδηση, ακόμα κι όταν το περιβάλλον (κοινωνικό-πολιτικό ή επιστημονικό-ακαδημαϊκό) ήταν ακόμα εχθρικό ή ανώριμο, ότι «το αιτούμενο της ιστορίας δεν είναι να μάθουμε ιστορικές πληροφορίες, το αιτούμενο είναι να χρησιμοποιηθεί η ιστορική αίσθηση για να αλλάξουμε νοοτροπίες»· ότι ιστορία δεν σημαίνει να κάνουμε φρονηματιστική, ηθικοπολιτική ή εθνική διαπαιδαγώγηση, μεταμφιέζοντας την ιστορία σε μια παρωχημένη ηθική φιλοσοφία· ότι ιστορία δεν σημαίνει ούτε καν να συγκροτούμε μαρτυρολόγια μιας δικαιολογητικής ιστορίας πολιτικής χρήσεως. Μάλλον, ιστορία σημαίνει τη συνειδητοποίηση της ιστορικότητας και της ποιοτικής διαφοροποίησης της εμπειρίας του χρόνου, ιστορία σημαίνειπολιτισμική παρέμβαση. Αυτό ακριβώς σημαίνει η θέση του ότι η ιστορία είναι πολιτική πράξη, μια πράξη που γίνεται δυνατή μόνο περνώντας κάτω από τις στιβάδες του πολιτικού λόγου, κάτω από την επίφαση της γνώσης, για να φτάσουμε εκεί που συγκροτούνται ή ανατρέπονται οι νοοτροπίες: έτσι, όπως επέμεινε πολλές φορές, «η ιστορία γίνεται ανατρεπτική».

Αυτή ήταν, νομίζω, η μόνη έννοια, το μόνο περιθώριο πολιτικής παρέμβασης, που υπηρέτησε με όλα τα είδη του λόγου του, πηγαινοερχόμενος από τη σιωπή του εργαστηρίου στην τύρβη του δημόσιου λόγου, αλλά φορώντας το ίδιο αλφαβητάριο. Το είπε εκείνος για τον Νίκο Σβορώνο, μπορούμε να το επαναλάβουμε και εμείς γι’ αυτόν, γιατί είμαι απολύτως σίγουρος πως μιλούσε και για τον εαυτό του: «ήταν [ο Σβορώνος] κυρίως ένα άτομο που βίωνε την ιστορία, δηλαδή άτομο πολιτικό˙ και επειδή ακριβώς ήταν βαθύτατα άτομο πολιτικό, γι’ αυτό ήξερε ότι η πολιτική περνά μέσα από εκείνο για το οποίο είχε αρμοδιότητα, δηλαδή μέσα από την ιστορία». Ή αλλιώς, όταν όριζε ποια ήταν η «μεγάλη προϋπόθεση του ιστορικού», μιλώντας κατ αντιδιαστολή για τον αγαπημένο του Άγγελο Ελεφάντη: «να ασχολείται [ο ιστορικός] με την επιστήμη του και διά της επιστήμης του να κάνει πολιτική».

Ας ακούσουμε, εν κατακλείδι, τα δικά του λόγια, από το μακρινό 1983, και ας αναρωτηθούμε τώρα άλλη μια φορά αν βγήκε στον δρόμο ο ιστορικός Σπύρος Ασδραχάς και για ποιο σκοπό:

 

«Παρεμβαίνει ο ιστορικός στο κοινωνικό γεγονός, στο βαθμό όπου το γεγονός αυτό είναι και πολιτισμικό· στο βαθμό όπου το γεγονός αυτό εννοιολογείται. Παρεμβαίνει είτε τροφοδοτώντας την ιδεολογία είτε συμπεριφερόμενος ως ιστορικός, έχοντας δηλαδή συνείδηση του φαινομένου και της λειτουργίας της ιδεολογίας και έχοντας συνείδηση ότι και ο ίδιος είναι φορτισμένος από αυτή: προσπαθεί δηλαδή να λειτουργήσει απο-ιδεολογητικά – ας μου επιτραπεί η λέξη. Μέσα στα όρια της απήχησής του, εισάγει ερμηνευτικές προτάσεις που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην κατανόηση του “κοινωνικού γεγονότος”, συνεπώς και στη στάση που παίρνουμε απέναντί του· κυρίως, εισάγοντας τις προτάσεις αυτές διαφοροποιεί τους νοητικούς μηχανισμούς των οποίων είμαστε φορείς […]· εισάγοντας αυτές τις προτάσεις μπορεί να συμβάλει στη διεύρυνση των συνειδότων μας. […] Απομένει στους ιστορικούς, σε όλους τους κοινωνικούς επιστήμονες, να καταστήσουν συνείδηση την ανάγκη αυτή [: της κοινωνίας για ιστορία], να μεταγράψουν σε τελευταία ανάλυση, σε πολιτικό στοχασμό, άρα σε δράση, όχι απλώς όποιες “βεβαιότητες” αναδύονται από την έρευνά τους, όσο τη λογική που ορίζει τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουν το αντικείμενό τους: τίθεται δηλαδή το αίτημα της διαφοροποίησης των νοοτροπιών».

 













 

Η ΑΝΟΔΟΣ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ ΤΩΝ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΕΘΝΩΝ - Γ΄ κύκλος

  Το νέο βιβλίο του Τάκη Μαστρογιαννόπουλου,  
μια πολύτιμη μελέτη για την ιστορία της Κομμουνιστικής Διεθνούς.




Πριν λίγες μέρες κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Τόπος το νέο βιβλίο του Τάκη Μαστρογιαννόπουλου «Η Άνοδος και η Πτώση των Εργατικών Διεθνών. Γ' κύκλος: Η 3η Κομμουνιστική Διεθνής», Α΄τόμος. Αναδημοσιεύουμε από τον ιστότοπο Left.gr την βιβλοκριτική του Χρήστου Κεφαλή.  


Βιβλιοκριτική: Μια πολύτιμη μελέτη για την ιστορία της Κομμουνιστικής Διεθνούς

Η ελληνική και ακόμη η διεθνής φιλολογία για την ιστορία των τριών εργατικών Διεθνών, παραμένει –αν εξαιρέσουμε την έρευνα του Τζον Ριντέλ και μερικών ακόμη μαρξιστών ιστορικών– αρκετά ελλιπής. Λείπουν γενικά οι σοβαρές ιστορικές μελέτες από τη σκοπιά του ίδιου του επαναστατικού εργατικού, σοσιαλιστικού κινήματος, αποκρυσταλλώσεις του οποίου υπήρξαν οι τρεις Διεθνείς.

Από αυτή την άποψη, η κυκλοφορία, από τις Εκδόσεις Τόπος, του τρίτου, αφιερωμένου στην Κομμουνιστική Διεθνή (Κομιντέρν), μέρους της μεγάλης μελέτης του Τάκη Μαστρογιαννόπουλου Η Άνοδος και η Πτώση των Εργατικών Διεθνών αποτελεί μια ευπρόσδεκτη και ουσιώδη προσθήκη στην υφιστάμενη φιλολογία. Πολύ περισσότερο που το έργο του Μαστρογιαννόπουλου αποτελεί καρπό μιας ευσυνείδητης και επίπονης εργασίας δεκαετιών, στηριζόμενης σε μια πλούσια ειδική φιλολογία.

mastrogiannopoulos.jpg

Ο τόμος πραγματεύεται την πρώτη, πιο γόνιμη περίοδο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, η οποία συνδέεται με το έργο και τον αντίκτυπο της Οκτωβριανής Επανάστασης, εκτεινόμενη στα πρώτα τέσσερα συνέδριά της (1919-22) και το αμέσως επόμενο διάστημα. Ο κύκλος θα ολοκληρωθεί με έναν δεύτερο τόμο, αφιερωμένο στη μετέπειτα περίοδο ως τη διάλυση της Κομιντέρν το 1943, το διάστημα κυριαρχίας του σταλινισμού.

Η πορεία του εργατικού κινήματος, με όλες τις αντιφάσεις, τις ανατροπές και τις εναλλαγές της, συνιστά μια ενιαία ιστορική διαδικασία, ώστε είναι σαφές ότι ο τρίτος κύκλος της εργασίας του Μαστρογιαννόπουλου μπορεί να διαβαστεί πιο παραγωγικά σε συνέχεια με τους δυο προηγούμενους. Στέκει όμως και ανεξάρτητα, καθώς ο συγγραφέας κάνει τις απαραίτητες αναδρομές στα ορόσημα της 2ης, Σοσιαλιστικής Διεθνούς, με τα πεπρωμένα της οποίας, πρώτα και κύρια τη χρεοκοπία της στη δοκιμασία του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού πολέμου, συνδέθηκε η δημιουργία της νέας Διεθνούς.

Η 1η Διεθνής ή Διεθνής Ένωση των Εργατών, η Διεθνής των Μαρξ και Ένγκελς, ιδρυμένη το 1864, σημαδεύτηκε από την ανωριμότητα της εργατικής τάξης, με συνέπεια τα εθνικά τμήματά της να είναι αδύναμα, συχνά σχεδόν σέκτες. Στα πλαίσιά της συνυπήρξαν μαρξιστές, αναρχικοί (Μπακούνιν, κ.ά.), γιακωβινικοί επαναστάτες (οι μπλανκιστές) και ρεφορμιστές (οι προυντονικοί). Η ήττα της Παρισινής Κομμούνας προκάλεσε μια ατέρμονη διαδοχή συγκρούσεων και οδήγησε μοιραία στη διάλυση της Διεθνούς το 1876.

Η 2η Σοσιαλιστική Διεθνής, αντίθετα, δημιουργημένη το 1889, στα 100χρονα της Γαλλικής Επανάστασης, χαρακτηρίστηκε εξαρχής από την επικράτηση της μαρξιστικής πτέρυγας. Η δεξιά πτέρυγα του κινήματος, μετά την αποτυχία να καθορίσει τις εξελίξεις με το ανεξάρτητο συνέδριό της την ίδια χρονιά, εντάχτηκε από το 2ο Συνέδριο της Διεθνούς στις τάξεις της, χωρίς να εκδηλώνει φανερά, επί μια δεκαετία, τις ιδιαίτερες βλέψεις της. Τότε –αυτό όντας το δεύτερο διακριτικό γνώρισμα της περιόδου– δημιουργούνται για πρώτη φορά τα μαζικά εργατικά κόμματα, καθώς η εργατική τάξη στην Ευρώπη και σε άλλες ηπείρους αφυπνίζεται και αγωνίζεται μαχητικά για τα δικαιώματά της, το 8ωρο και την καθολική ψήφο. Στη Γερμανία ιδιαίτερα το SPD, το πιο ισχυρό κόμμα της 2ης Διεθνούς, δίνει ένα πολιτικό, ιδεολογικό και οργανωτικό πρότυπο για τα σοσιαλιστικά κόμματα της περιόδου. 

Ο ρεφορμισμός εμφανίζεται ανοικτά το 1899, με το βασικό έργο του Μπερνστάιν Οι Προϋποθέσεις του Σοσιαλισμού και τα Καθήκοντα της Σοσιαλδημοκρατίας. Αποκρούεται, ωστόσο, από την αριστερά (υπό τους Λένιν, Λούξεμπουργκ, Πλεχάνοφ) και το μαρξιστικό κέντρο του SPD υπό τους Κάουτσκι και Μπέμπελ. Στη συνέχεια, με τα σύννεφα του πολέμου πυκνώνουν, η 2η Διεθνής, στα συνέδριά της Στουτγάρδης (1907) και της Βασιλείας (1912) παίρνει αντιπολεμικές αποφάσεις, που απειλούν την αστική τάξη, σε περίπτωση πολέμου, με την κοινωνική επανάσταση.

Επιφανειακά, λοιπόν, η Β΄ Διεθνής, ή έστω η μαρξιστική πλειοψηφία της, στεκόταν στο έδαφος του επαναστατικού μαρξισμού. Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, ένας πόλεμος ιμπεριαλιστικός, για τη διανομή των σφαιρών επιρροής και των αποικιών ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις, διέλυσε αυτή την ψευδαίσθηση. Αποδείχτηκε ότι ο ρεφορμισμός είχε διαβρώσει εσωτερικά τα εργατικά κόμματα της εποχής, με τη δημιουργία μιας εργατικής αριστοκρατίας, την οποία περιέγραψαν ο Ένγκελς και αργότερα ο Λένιν, ο τελευταίος συνδέοντάς τη με την «εξαγορά» των εργατικών κορυφών από τις μητροπολιτικές αστικές τάξεις με τα υπερκέρδη της ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης του κόσμου. Αυτή η κατάσταση είχε εκφραστεί και στη διάβρωση του μαρξισμού, το βαθμιαίο εκφυλισμό του σε μια μηχανιστική εξελικτική θεώρηση, που εγγυούνταν τη βαθμιαία, βασικά κοινοβουλευτική πρόοδο προς τελική νίκη του σοσιαλισμού. Σε αυτό το πλαίσιο η ίδια η επανάσταση μετατρεπόταν σε κενή, επετειακή φράση, χωρίς σύνδεση με την ιστορική πράξη.

Η χρεοκοπία της Β΄ Διεθνούς το 1914 ήταν πραγματικά παταγώδης. Όλα τα κόμματά της, και πάνω απ’ όλα το SPD, σύρθηκαν στο σοβινισμό, την υποστήριξη της αστικής τάξης τους στο όνομα της υπεράσπισης της πατρίδας, ψήφισαν τις πολεμικές δαπάνες και ανέλαβαν υπουργεία στις αστικές κυβερνήσεις. Μόνο οι Μπολσεβίκοι στη Ρωσία και τα σοσιαλιστικά κόμματα στη Βαλκανική και την Ιταλία καταδίκασαν τον πόλεμο. Στα υπόλοιπα οι διεθνιστικές δυνάμεις, στο SPD υπό τον Καρλ Λίμπκνεχτ και τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, βρέθηκαν ανίσχυρες και απομονωμένες. Ο πόλεμος, ωστόσο, με τις εκατόμβες των νεκρών και τη μαζική δυστυχία του, προκάλεσε την αντίδραση των μαζών, ενισχύοντας τις επαναστατικές διαθέσεις. Με αφετηρία τις δυο συνδιασκέψεις του Τσίμερβαλντ και του Κίνταλ συγκροτήθηκε μια νέα, διεθνιστική πρωτοπορία, η αριστερή πτέρυγα της οποίας έγινε η μαγιά για τη νέα, Κομμουνιστική Διεθνή.

Μέσα στο γενικό αυτό πλαίσιο, που παρουσιάζεται λεπτομερώς στο έργο, ξετυλίχτηκαν τα επαναστατικά γεγονότα σε όλη την Ευρώπη, στα τελευταία χρόνια και την επαύριο του ιμπεριαλιστικού πολέμου. Ο Μαστρογιαννόπουλος χωρίζει τη μελέτη του σε δυο μέρη. Το πρώτο –«Μέρος Ι. Η πρώτη φάση συγκρότησης της νέας Διεθνούς»  (σελ. 17-156)– συζητά τα πρώτα συνέδρια της Κομμουνιστικής Διεθνούς, την ίδρυση της Προφιντέρν, της Κόκκινης Συνδικαλιστικής Διεθνούς, το Συνέδριο των Λαών της Ανατολής και την επανίδρυση της 2ης Διεθνούς από τη ρεφορμιστική πτέρυγα. Στο δεύτερο και πιο ογκώδες –«Μέρος ΙΙ. Η συγκρότηση κομμουνιστικών κομμάτων μέσα στους σπασμούς της ευρωπαϊκής επανάστασης» (σελ. 157-570)– παρουσιάζονται οι εξελίξεις στα εθνικά ΚΚ. Εδώ δίνεται έμφαση στις δυο κύριες χώρες, τη Ρωσία και τη Γερμανία, ενώ περιλαμβάνονται ακόμη αρκετά εκτενή κεφάλαια για τη Γαλλία, την Ιταλία, την Αυστρία και την Ουγγαρία. (Το δεύτερο αυτό μέρος θα συμπληρωθεί με την παρουσίαση σειράς ακόμη χωρών, όπως οι Βρετανία, Ισπανία, ΗΠΑ, Κίνα και οι βαλκανικές χώρες, στον Β΄ τόμο του κύκλου, ενώ θα υπάρξει και μια πληρέστερη ηλεκτρονική έκδοση με περισσότερες χώρες).

Στα επιμέρους κεφάλαια –για να ξεκινήσουμε από εκεί– ο Μαστρογιαννόπουλος παρουσιάζει επιμελώς τα κύρια γεγονότα που σημάδεψαν τη συγκρότηση των κομμουνιστικών κομμάτων και του κινήματος σε κάθε χώρα.

Στο μέρος για τη Ρωσία (σελ. 159-273) παρακολουθούμε πώς η συστηματική εργασία δεκαετιών του Λένιν και των συνεργατών του μπόρεσαν να διαμορφώσουν μια γνήσια επαναστατική πρωτοπορία, ικανή να καθοδηγήσει τις μάζες στον αγώνα για την κατάκτηση και τη διατήρηση της εξουσίας. Αυτή η επάρκεια δεν φάνηκε μόνο στην αποφασιστική στιγμή της ένοπλης εξέγερσης του Οκτώβρη, αλλά σε όλες τις καμπές της επανάστασης: η επαναστατική εναντίωση στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, με τη γραμμή της μετατροπής του σε εμφύλιο· ο αναπροσανατολισμός της τακτικής προς τη σοσιαλιστική επανάσταση μετά την επανάσταση του Φλεβάρη 1917, υπό την καταλυτική επίδραση του Λένιν· η ευέλικτη τακτική του κόμματος στη διάρκεια της δυαδικής εξουσίας (Προσωρινή Κυβέρνηση και Σοβιέτ) στα Ιουλιανά και στο πραξικόπημα του Κορνίλοφ – όλα αυτά φωτίζονται λεπτομερώς από τον συγγραφέα. Ο Μαστρογιαννόπουλος, παρουσιάζοντας τις εσωκομματικές αντιθέσεις, δίνει έμφαση στο δημοκρατισμό της λενινιστικής ηγεσίας, η οποία προέκρινε πάντα –ακόμη και απέναντι σε καταφανώς μεγάλα λάθη όπως εκείνα των Κάμενεφ και Ζινόβιεφ στις παραμονές της εξέγερσης– την πολιτική αντιμετώπιση των διαφωνιών μέσα από την κριτική αρχών και τον συνεπή προσανατολισμό στην επαναστατική δράση:

«Η ιστορία του μπολσεβικισμού είναι, ασφαλώς, πλούσια σε μαθήματα. Τόσο σε επαναστατική μαρξιστική πολιτική όσο και σε ζητήματα εργατικής δημοκρατίας και κομματικής λειτουργίας. Η αδιαλλαξία στις αρχές ήταν αδιάσπαστα δεμένη με την κατανόηση των πραγματικών εξελίξεων, με την ευλυγισία των χειρισμών απέναντι σε τάσεις και ομάδες, ακόμα και άτομα. Σύμφωνα με την τυπική-γραφειοκρατική αντίληψη, όποιος διαφωνεί και εναντιώνεται στην πλειοψηφία της ηγεσίας πάνω σε κρίσιμα ζητήματα –και όλοι θα συμφωνήσουν ότι η προετοιμασία της εξέγερσης είναι ίσως το πιο αποφασιστικό ζήτημα– ούτε λίγο ούτε πολύ είναι “πράκτορας του ιμπεριαλισμού”, “συνειδητός προβοκάτορας” κλπ, κατηγορίες για τις οποίες τόση μεγάλη πείρα είχε δυστυχώς το διεθνές εργατικό κίνημα. (Και είναι ειρωνεία της ιστορικής διαλεκτικής ότι ο Κάμενεφ και ο Ζινόβιεφ εκτελέστηκαν αργότερα από τη σταλινική αυταρχία με την κατηγορία ότι ήταν “πράκτορες” του γερμανικού ιμπεριαλισμού). Ωστόσο, η αλήθεια από μια μαρξιστική οπτική είναι εντελώς διαφορετική. Οι λαθεμένες αντιλήψεις του Κάμενεφ και του Ζινόβιεφ, οι υποχωρήσεις στις πιέσεις για την προετοιμασία των εκλογών για Συντακτική Συνέλευση και όχι για την προετοιμασία της εξέγερσης, δεν ήταν λάθος που οφειλόταν στις θεωρητικές τους αντιλήψεις ή στο φόβο τους μπροστά στην επανάσταση… Η κατανόηση ότι αυτές οι υποχωρητικές τάσεις ήταν αντανάκλαση της κρίσης προσανατολισμού που αγκάλιαζε όχι μόνο τις ηγετικές σφαίρες αλλά και ένα ολόκληρο τμήμα του κόμματος καθόρισε την πολιτική και την τακτική της ηγεσίας. Στην ουσία, η πλειοψηφία αντιμετώπισε την απείθαρχη μειοψηφία όχι με τυπικές αποφάσεις βασισμένες στο καταστατικό, αλλά με σκληρή πολιτική αντιπαράθεση και κύρια με το μαρξιστικό προσανατολισμό στα γεγονότα και με την ίδια την επαναστατική δράση. Για μια ακόμα φορά ο Λένιν προστάτευσε το κύρος των συντρόφων του. Δεν είναι τυχαίο ότι μερικά χρόνια αργότερα, μέσα από τη διαθήκη του, προειδοποίησε, δυστυχώς προφητικά, ότι “το επεισόδιο Ζινόβιεφ-Κάμενεφ κατά τον Οκτώβρη δεν ήταν βέβαια τυχαίο, αλλά δεν πρέπει να γίνει εκμετάλλευση σε βάρος τους”» (σελ. 214-215).

 Ο Μαστρογιαννόπουλος παρουσιάζει και αποτιμά παραπέρα την επώδυνη πορεία της επανάστασης μέσα από τον εμφύλιο ως την ήττα της ξενικής επέμβασης και την εισαγωγή της ΝΕΠ. Επισημαίνει ορισμένα λάθη του Μπολσεβίκικου Κόμματος, όπως η προέλαση του Κόκκινου Στρατού προς τη Βαρσοβία το 1920, φωτίζοντας ταυτόχρονα την ικανότητά του να περνά μέσα από τις μεγαλύτερες ιστορικές συμπληγάδες όπως η Ειρήνη του Μπρεστ, χάρη στη συλλογική ηγεσία.

Στο κεφάλαιο για τη Γερμανία (σελ. 274-389), όπου η επαναστατική κατάσταση με στοιχεία δυαδικής εξουσίας διήρκεσε πολύ περισσότερο, από την πτώση της Αυτοκρατορίας των Χοεντσόλερν το 1918 ως τον Οκτώβρη του 1923, βλέπουμε αντίθετα το ξετύλιγμα μιας μεγάλης επανάστασης, η οποία τελικά ηττάται πριν φτάσει στην κατάκτηση της εξουσίας. Η αιτία της αρνητικής έκβασης, αναδεικνύει ο συγγραφέας, θα βρεθεί σε δυο κυρίως παράγοντες: από τη μια, η ισχύς της γερμανικής αντίδρασης, που με τη βοήθεια των ηγετών του SPD (Έμπερτ, Νόσκε, κ.ά.) θα σώσει το αστικό καθεστώς, δολοφονώντας τη Λούξεμπουργκ και τον Λίμπκνεχτ· από την άλλη, η απειρία του νεαρού ΚΚ Γερμανίας, που χωρίς το στέρεο υπόβαθρο των Μπολσεβίκων, υποχρεώνεται να παλέψει για την εξουσία ταυτόχρονα με τη συγκρότησή του ως κόμμα (η Ένωση Σπάρτακος, δημιουργημένη στα χρόνια του πολέμου από τα διεθνιστικά στοιχεία του γερμανικού κινήματος, ήταν ακόμη περισσότερο μια επαναστατική ομάδα). Ως αποτέλεσμα, και παρά τη σημαντική επιτυχία της προσχώρησης της πλειοψηφίας των μελών του Ανεξάρτητου Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος στο ΚΚΓ τον Οκτώβριο του 1920, το κόμμα ακολουθεί μια λαθεμένη τακτική στις κρίσιμες καμπές, είτε επιλέγοντας την αποχή (στο πραξικόπημα του Καπ το Μάρτη του 1920), είτε πέφτοντας σε υπεραριστερά λάθη (η πρόωρη εξέγερση το Μάρτη του 1921).

Μια συνηθισμένη ερμηνεία της γερμανικής ήττας, η οποία έχει προβληθεί και σε μετέπειτα ιστορικές μελέτες, όπως εκείνη του Κ. Χάρμαν, αποδίδει την ήττα της γερμανικής επανάστασης στον οπορτουνισμό της υπό τον Μπράντλερ ηγεσίας του ΚΚΓ, που με την αναβλητικότητά της άφησε να χαθεί η ευνοϊκή στιγμή τον Οκτώβρη του 1923. Η απλουστευτική, εύκολη αυτή ερμηνεία παραβλέπει κρίσιμα στοιχεία της κατάστασης, όπως η αδυναμία, λόγω της αντοχής της σοσιαλδημοκρατίας, να κερδηθεί η πλειοψηφία στα συνδικάτα και τα σοβιέτ, ενώ δεν είναι και νέα. Είχε προβληθεί ήδη από την Εκτελεστική Επιτροπή της Κομιντέρν το 1925, όταν ο σταλινισμός έπαιρνε ήδη εκεί το πάνω χέρι (βλέπε την παρατιθέμενη απόφαση της ΕΕΚΔ το Φλεβάρη του 1925, σελ. 381).

Ο Μαστρογιαννόπουλος απορρίπτει σωστά αυτές τις εξηγήσεις. Παραθέτει τη νηφάλια συνολική εκτίμηση της Κλάρας Τσέτκιν, η οποία είχε αντιταχθεί στις προσπάθειες μετατροπής συγκεκριμένων ηγετών σε αποδιοπομπαίους τράγους για προβλήματα που οι αιτίες τους πήγαιναν πολύ βαθύτερα: «Το κόμμα δεν έχει ακόμη εδραιώσει τις δυνάμεις του και τη δραστηριότητά του για να κινητοποιήσει τις μάζες σε δράση μέσω της προπαγάνδας και της παιδείας μας, να απελευθερώσει τη δραστηριότητα των μαζών και να οδηγήσει τις μάζες στην κατάκτηση της εξουσίας» (σελ. 379).

Απέναντι στις ωμές επεμβάσεις στην εσωτερική ζωή των κομμουνιστικών κομμάτων που καθιέρωσε ο σταλινισμός, εκδηλωμένες για πρώτη φορά ισχυρά στη Γερμανία με τη συνοπτική απομάκρυνση ηγεσιών, παραθέτει μια μαρτυρία της Ρουτ Φίσερ για την ενοποιητική στάση του Λένιν στις διαμάχες στο γερμανικό κόμμα (μαρτυρία σημαντική επειδή η Φίσερ βαρυνόταν πράγματι με σοβαρά αριστερά λάθη). Όπως εκτιμούσε η Φίσερ, αναφερόμενη σε μια παρέμβαση του Λένιν σε συνάντηση με τη γερμανική ηγεσία στο 4ο Συνέδριο της Κομιντέρν (1922), λίγο πριν τη τελική φάση της αρρώστιάς του:

«Σε όλα τα κρίσιμα σημεία η παρέμβαση του Λένιν στις γερμανικές κομμουνιστικές υποθέσεις εμφάνιζε μια στάση ευθέως αντίθετη με αυτή του διαδόχου του Στάλιν. Ο Λένιν φρόντιζε τα στελέχη του γερμανικού κομμουνισμού τόσο προσεκτικά γιατί αντιμετώπιζε με μεγάλη σοβαρότητα την απειλή της γερμανικής αντεπανάστασης. Και πάλι, όπως τόσο συχνά στο παρελθόν, ο υποστηρικτής της σιδερένιας πειθαρχίας υποστήριξε την εφαρμογή αυτής της πειθαρχίας με προσεκτική εξέταση κάθε εναλλακτικής επαναστατικής πολιτικής» (σελ. 373).

Τα υπόλοιπα κεφάλαια του Μέρους ΙΙ προσθέτουν σημαντικές πινελιές στη γενική εικόνα, χρωματίζοντάς τη με τις ιδιαιτερότητες της κάθε χώρας.

Στην Ιταλία μετά την «Κόκκινη διετία», το μεγάλο σοβιετικό κίνημα των καταλήψεων στα εργοστάσια (1919-20), η αντεπίθεση της αντίδρασης εκφράζεται με την άνοδο του φασισμού και την επιβολή της δικτατορίας του Μουσολίνι το 1922. Η Κομιντέρν, από αυτό το πρώιμο στάδιο, προβαίνει σε σωστές εκτιμήσεις για το φασιστικό φαινόμενο και επεξεργάζεται την τακτική του ενιαίου αντιφασιστικού μετώπου. Ωστόσο, η κυριαρχία στο νεαρό ΚΚ Ιταλίας της υπεραριστερής πτέρυγας υπό τον Μπορντίγκα και οι δεξιές ταλαντεύσεις της ηγεσίας του Ιταλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος δυσχεραίνουν την άμυνα του κινήματος, με τη μαρξιστική αντίδραση υπό τον Γκράμσι, όταν αναλαμβάνει την ηγεσία του ΚΚΙ το 1924, να έρχεται αργά για να αλλάξει τα πράγματα.

Στη Γαλλία, η απουσία μαρξιστικής παράδοσης οδηγεί στο παράξενο φαινόμενο το ΚΚ Γαλλίας, ενώ απορροφά την πλειοψηφία του παλιού Σοσιαλιστικού Κόμματος, να μαστίζεται εσωτερικά από μια βαθιά κρίση ηγεσίας, με έντονη διαπάλη ανάμεσα στις διάφορες ηγετικές του ομάδες, οι οποίες στερούνται πολιτικής και ιδεολογικής σαφήνειας.

Στην Ουγγαρία, η πολύ πρωτότυπη, αναίμακτη νίκη της επανάστασης, με την παράδοση της εξουσίας στους κομμουνιστές και τους αριστερούς σοσιαλδημοκράτες από τις αστικές δυνάμεις, σημαδεύεται επίσης από την ανωριμότητα του νεαρού κομμουνιστικού κόμματος. Η μη λύση του αγροτικού ζητήματος και η λαθεμένη συγχώνευση με τους σοσιαλδημοκράτες σε ένα ενιαίο κόμμα καθόρισαν την ήττα της επανάστασης και τη βάναυση λευκή τρομοκρατία που την ακολούθησε.

Το Μέρος Ι εστιάζει στο έργο της Κομιντέρν στα 1919-22, όταν τα τέσσερα πρώτα συνέδρια εκπληρώνουν μια καρποφόρα εργασία για να τεθούν στέρεες μαρξιστικές βάσεις στη δουλειά των νεαρών κομμουνιστικών κομμάτων και να ξεπεραστούν οι ανεδαφικές απόψεις και προσδοκίες της εποχής. Οι δυσχέρειες της περιόδου, όπως τεκμηριώνει αναλυτικά ο Μαστρογιαννόπουλος, προέρχονται από δυο πλευρές. Από τη μια ο αριστερισμός, που παίρνει ευρεία διάδοση στις τάξεις της Κομιντέρν. Και από την άλλη, η προσπάθεια των καουτσκιστικών, κεντριστικών στοιχείων (των δυνάμεων που ταλαντεύονταν ανάμεσα στην παλιά, σοσιαλιστική και τη νέα, κομμουνιστική Διεθνή, βρίσκοντας μια προσωρινή στέγη στη 2 ½ Διεθνή) να ενταχτούν στη νέα διεθνή οργάνωση, για να ανανεώσουν το κλονισμένο από τη στάση τους στη διάρκεια του πολέμου κύρος τους στην εργατική τάξη. Η δεύτερη δυσχέρεια ξεπερνιέται με τη θέσπιση των 21 αυστηρών όρων για την ένταξη στην Κομμουνιστική Διεθνή, που απομακρύνουν τους δεξιούς και κεντριστές ηγέτες. Η πρώτη θα αποδειχτεί πολύ πιο σύνθετη, καθώς οι αριστεριστές, Μπορντίγκα, Πάνεκουκ, κ.ά., είχαν κρατήσει μια διεθνιστική στάση απέναντι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, απολαμβάνοντας ως εκ τούτου υψηλό κύρος στις γραμμές της Κομιντέρν. Επιπλέον, η ύπαρξη επαναστατικής κατάστασης σε σειρά χωρών δίνει μια εμφάνιση ρεαλιστικότητας στην πεποίθηση αυτών των ρευμάτων για μια άμεσα επικείμενη νίκη του κινήματος, που μπορεί να επισπευσθεί με αριστερές εκκλήσεις και επιδείξεις.

Ο Μαστρογιαννόπουλος, ενώ συζητά τα προβλήματα και τις αντιθέσεις στη λειτουργία της Κομιντέρν, αντικρούει τεκμηριωμένα τη συνήθη ερμηνεία, σύμφωνα με την οποία οι αυστηροί αρχικοί όροι συγκρότησής της και η έμφαση στη διεθνή πειθαρχία περιείχαν ήδη το σπέρμα της μετέπειτα σταλινικής διαστροφής. Ο Λένιν, η Λούξεμπουργκ και οι άλλοι ηγέτες της επαναστατικής αριστεράς υποστήριζαν τη δεσμευτικότητα των αποφάσεων της Διεθνούς, ως έναν αναγκαίο όρο για να τεθεί τέρμα στην εποχή των ωραίων λόγων χωρίς έργα της Β΄ Διεθνούς. Εκείνο που εντυπωσιάζει στα πρώτα συνέδρια της Κομιντέρν είναι, ωστόσο, ο συνδυασμός της ισχυρής αντιπαράθεσης στον ρεφορμισμό με μια δημιουργική, ελεύθερη και παραγωγική συζήτηση όλων των επίμαχων ζητημάτων του κινήματος. Και αυτό σε μια κατάσταση ημιπαρανομίας, τρομοκρατίας και διωγμών ενάντια στα περισσότερα εθνικά τμήματα της Κομιντέρν, με χιλιάδες δολοφονίες και εκτελέσεις κομμουνιστών στη Γερμανία, Ουγγαρία, Φιλανδία και αλλού.

Μετά το 1ο Συνέδριο, που αρκέστηκε, λόγω της περιορισμένης συμμετοχής, στη διακήρυξη της ίδρυσης και των στόχων της νέας Διεθνούς, από το 2ο Συνέδριο, σε συνδυασμό με την έκδοση της φημισμένης μπροσούρας του Λένιν για τον Αριστερισμό, ξεκινά μέσα στα κομμουνιστικά κόμματα μια γόνιμη διαδικασία ωρίμανσης και υπέρβασης των αδυναμιών τους. Με το 3ο Συνέδριο διακηρύσσεται η κατάκτηση των μαζών ως κύριο καθήκον των κομμουνιστών στις διάφορες χώρες και δρομολογείται η επεξεργασία μια ευλύγιστης πολιτικής, που δίνει έμφαση στην κατάκτηση θέσεων στα παλιά συνδικάτα και την πολιτική εκπαίδευση των μελών (σελ. 124-131). Στη συνέχεια, στο 4ο Συνέδριο, παρουσιάζεται ολοκληρωμένα η τακτική του ενιαίου μετώπου, που περιλαμβάνει προτάσεις κοινής δράσης προς τις σοσιαλδημοκρατικές ηγεσίες, με πιο σημαντική στιγμή το Συνέδριο των τριών Διεθνών τον Απρίλη του 1922 στο Βερολίνο, καθώς και τις επεξεργασίες για το μεταβατικό πρόγραμμα και τις εργατικές κυβερνήσεις (βλ. 140 κ.ε., 149 κ.ε., κ.λπ.). Ταυτόχρονα, σε αυτό το διάστημα η Κομιντέρν, πριν και αμέσως μετά τη νίκη του Μουσολίνι, βαθαίνει τις επεξεργασίες της για το φασισμό, αναγνωρίζοντας διορατικά ότι αντιπροσωπεύει μια διεθνή απειλή από τη μεριά της άκρας αντίδρασης και προκρίνοντας το ενιαίο αντιφασιστικό μέτωπο (βλ., σελ. 148 κ.ε., 434 κ.ε.· η αντίστιξη με τη μετέπειτα σταλινική πολιτική του σοσιαλφασισμού είναι εδώ ιδιαίτερα έκδηλη). Συνολικά, η Κομιντέρν προσαρμόζεται επαρκώς στις αλλαγές της κατάστασης, το κύριο γνώρισμα των οποίων ήταν η υποχώρηση του επαναστατικού κύματος του 1917-20 και η σχετική σταθεροποίηση του καπιταλισμού.

Οι γόνιμες συζητήσεις, οι αποφάσεις και οι εκκλήσεις των συνεδρίων, που συζητά ο Μαστρογιαννόπουλος, αναδεικνύουν τις διαρκείς διορθώσεις στις επεξεργασίες της Κομιντέρν. Πέρα από την καθοριστική συμβολή των ηγετικών στελεχών των Μπολσεβίκων, Λένιν, Τρότσκι και Ζινόβιεφ, δεν ήταν μικρότερη η συνεισφορά λιγότερο γνωστών στελεχών από τα εθνικά τμήματα, που κατέθεταν ενδιαφέρουσες επεξεργασίες και προτάσεις. Για να αρκεστούμε σε ένα μόνο παράδειγμα, σε μια συζήτηση για το εθνικό ζήτημα, στην εισήγηση του Ινδού Ρόι διατυπώνεται η προβλεπτική θέση ότι η κατάκτηση της ηγεσίας στα εθνικά κινήματα στις αποικίες από τους κομμουνιστές θα μπορούσε να γίνει εφαλτήριο για το πέρασμα στη σοσιαλιστική επανάσταση: «Η επανάσταση στις αποικίες δεν θα είναι κομμουνιστική στα πρώτα της στάδια. Όμως αν εξαρχής η ηγεσία είναι στα χέρια της κομμουνιστικής πρωτοπορίας, οι επαναστατικές μάζες δεν θα παραπλανηθούν και θα προχωρήσουν μπροστά μέσα από τις διαδοχικές περιόδους ανάπτυξης της επαναστατικής εμπειρίας» (σελ. 100). Η διεισδυτική αυτή πρόβλεψη, διατυπωμένη όταν οι εθνικοαπελευθερωτικοί αγώνες των λαών βρίσκονταν ακόμη στα σπάργανα, επιβεβαιώθηκε αργότερα στα απελευθερωτικά κινήματα του Βιετνάμ και αρκετών χωρών της Αφρικής. Ο αναγνώστης θα βρει πολλά ακόμη τέτοια παραδείγματα, απτές μαρτυρίες της θετικής συμβολής των πρώτων συνεδρίων.

Η συνολική αίσθηση που αποκομίζει ο αναγνώστης είναι ότι η Κομιντέρν δεν ήταν ακόμη ικανή να προλαβαίνει πολλά λάθη στα εθνικά τμήματα, κυρίως λόγω της ισχυρής επιρροής του αριστερισμού (οι εκπρόσωποι του οποίου, ιδιαίτερα στην Ιταλία, παρέκαμπταν συχνά αποφάσεις της) αλλά και της γοργής εναλλαγής των συνθηκών. Ωστόσο, τα λάθη αναγνωρίζονταν έγκαιρα και γίνονταν οι αναγκαίες αλλαγές στις κομματικές πολιτικές. Με τον τρόπο αυτό είχαν τεθεί οι βάσεις για τη συγκρότηση γνήσια επαναστατικών κομμάτων, που θα μπορούσε να αξιοποιηθούν στο επόμενο στάδιο, κατά τη μεγάλη καπιταλιστική κρίση του 1929, αν δεν μεσολαβούσε η αποσυνθετική επίδραση του σταλινισμού, με τον ακραίο σεκταρισμό και τη δογματική χειραγώγηση.

Τι έχει να μας πει η πλούσια εμπειρία των πρώτων χρόνων και η μετέπειτα πορεία της Κομιντέρν για το σήμερα, όταν μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα περνά από μια κρίση και παρακμή δεκαετιών;

Στην αρχή του Μέρους Ι ο Μαστρογιαννόπουλος αναφέρεται σωστά «στην άρνηση του μαρξισμού και την εθνική μονομέρεια» ως τα κύρια στοιχεία της κρίσης που προέκυψε στο εσωτερικό του κομμουνιστικού κινήματος «στα τέλη του 20ού και στις πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα» (σελ. 17). Βέβαια, η κρίση παρουσιάζει ταυτόχρονα μια ποικιλία όψεων που αναπαράγουν εκείνες των προηγούμενων αποσυνθέσεων των διεθνών συσπειρώσεων του εργατικού κινήματος: μια παρατεταμένη χρεοκοπία/διάλυση των κομμουνιστικών κομμάτων, μεγαλύτερη από εκείνη της Β΄ Διεθνούς το 1914· η αναπαραγωγή του σταλινισμού που οδήγησε στις καταστροφικές ήττες του Μεσοπολέμου την Κομιντέρν, εκπροσωπούμενη ιδιαίτερα από το ΚΚΕ και το ΚΚΡΟ· στον υπόλοιπο χώρο η κυριαρχία των μικρών σεκτών και αιρέσεων, διακριτικών για την εποχή της Α΄ Διεθνούς. Η περίοδος του Οκτώβρη και της θεμελίωσης της Κομιντέρν αποτελεί μια πολύτιμη ιστορική κληρονομιά ακριβώς γιατί τοποθετείται στον αντίποδα όλων αυτών των τάσεων.

Ο τρίτος τόμος της μεγάλης εργασίας του Μαστρογιαννόπουλου φωτίζει την ιστορική πείρα της πιο δημιουργικής περιόδου της Κομιντέρν, παρέχοντας έτσι πολύτιμη γνώση στους νέους αγωνιστές του κινήματος. Πιστοποιεί, αναφορικά με το παρόν, ότι ο μετά το 1990 κύκλος του κομμουνιστικού κινήματος έχει κλείσει και μας προσφέρει, μαζί τους προηγούμενους, μια σωστή αίσθηση του ιστορικού παρελθόντος, πολύτιμη για να συνειδητοποιηθούν οι βάσεις τωρινής του ανασύνταξης. Προσβλέπουμε, λοιπόν, στη σύντομη ολοκλήρωση του έργου με την κυκλοφορία και του επόμενου, τελευταίου μέρους.

 

*Ο Χρήστος Κεφαλής είναι μέλος της ΣΕ της Μαρξιστικής Σκέψης.


πηγή: https://left.gr/en/node/409694






.


 

Καμπάνια αλληλεγγύης στους σεισμόπληκτους της Τουρκίας και της Συρίας



Ως  Στάση στο Καλαμάκι» ευχαριστούμε όσες και όσους ανταποκρίθηκαν στην καμπάνια της «Αλληλεγγύης για όλους» για την συγκέντρωση ειδών  πρώτης ανάγκης για τους σεισμοπαθείς της Τουρκίας και της Συρίας. Ιδιαίτερα ευχαριστούμε για την μεγάλη προσφορά τους την Πανελλήνια Ένωση Υπαλλήλων ΟΑΕΔ που εδρεύει στο δήμο μας.

Έχουμε ήδη παραδώσει τρεις φορές στις κεντρικές εγκαταστάσεις της Αλληλεγγύης τα είδη που συγκεντρώσαμε. 

Το πρώτο κοντέινερ βοήθειας έχει κιόλας αναχωρήσει για τις πληγείσες περιοχές και θα ακολουθήσουν και άλλα.

Ο πολυχώρος μας εξακολουθεί να λειτουργεί ως σημείο συγκέντρωσης στα νότια. Αυτή τη στιγμή έχουν καλυφθεί  πλήρως οι ανάγκες σε υπνόσακους, κουβέρτες και μπουφάν, αλλά η καμπάνια συνεχίζεται γιατί οι ανάγκες είναι πολλές και χρειάζεται η στήριξη όλων μας.  Συνεχίζουμε να συγκεντρώνουμε τρόφιμα:  ρύζι, φακές, ρεβίθια, πλιγούρι, μπισκότα και γάλατα όλων των ειδών καθώς και βρεφικές και παιδικές κρέμες. Ακόμα πάνες και μωρομάντηλα. Μπορείτε επίσης να καταθέσετε χρήματα στους τραπεζικούς λογαριασμούς που θα βρείτε στην ιστοσελίδα της «Αλληλεγγύης για όλους».  


https://www.solidarity4all.gr/el/news/proti-apostoli-anthropistikis-voitheias-sti-toyrkia




.


.

 Εκδήλωση για τον Σπύρο Ασδραχά 

Δευτέρα 6 Μαρτίου 2023 


Η ΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΚΑΛΑΜΑΚΙ τιμά τον κορυφαίο ιστορικό και διανοούμενο Σπύρο Ασδραχά  διοργανώνοντας τη Δευτέρα, 6 Μαρτίου 2023, εκδήλωση για το έργο του, με τον τίτλο: 

Σπύρος Aσδραχάς - Η Ιστορία είναι από τη φύση της ανατρεπική.

Έχουμε την μεγάλη χαρά και τιμή την συζήτηση να διευθύνει 

ο Νίκος Ξυδάκης, πρώην Αν. Υπουργός Πολιτισμού και Εξωτερικών  

και να συμμετέχουν οι ιστορικοί 

Δημήτρης Αρβανιτάκης, υπεύθυνος εκδόσεων του Μουσείου Μπενάκη, 

Άννα Ματθαίου, καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας  και 

Πόπη Πολέμη, από το Βιβλιολογικό Εργαστήρι «Φίλιππος Ηλιού» (ΕΒΕ). 

Η εκδήλωση θα γίνει στο θεατρο Κάρολος Κουν, Υψηλάντου 31 και Θησείου, Άλιμος.

Ο τίτλος της εκδήλωσής μας έχει διατυπωθεί από τον ίδιο τον Σ. Ασδραχά σε συνέντευξή του στα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας προς τους  ιστορικούς  Βαγγέλη Καραμανωλάκη  και Άννα Ματθαίου. Εκεί εξηγεί ότι η διανοητική σχέση με το παρελθόν οδηγεί σε μία κατανόηση της Λογικής της Ιστορίας που είναι χρήσιμη για την κατανόηση του παρόντος.  Ο ιστορικός κατανοεί την διαλεκτική σχέση που υπάρχει ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν και μπορεί να προτείνει ριζοσπαστικά- ανανεωτικά σχήματα για την καταγραφή και την ερμηνεία του παρελθόντος. Ο ίδιος ο Ασδραχάς με την επιστροφή του από τη Γαλλία στην Ελλάδα κατά την μεταπολίτευση ανανέωσε τον τρόπο και τη ματιά της ιστοριογραφίας δίνοντας έμφαση στην κοινωνία, την οικονομία, τον πολιτισμό. Μαζί με άλλους σημαντικούς συνοδοιπόρους ιστορικούς , όπως ο Φίλιππος Ηλιού και ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος, δημιούργησε ιστοριογραφία έξω από τους θεσμούς , μακριά από την παραδοσιακή ιστοριογραφία του ακαδημαϊκού χώρου. 

Περισσότερα για το ίδιο και το έργο του μπορείτε να διαβάσετε στο άρθρο του Πέτρου-Ιωσήφ Στανγκανέλλη  που δημοσιεύτηκε στην ΑΥΓΗ της 18.12.17:

https://www.avgi.gr/entheta/261982_spyros-asdrahas-1933-2017?fbclid=IwAR1HoLDBV5pAggclql0bQCF-mX2vkD7UMgh31pckN2bMzILncxM6JCLN3kE





.




Πρόσκληση στην παρουσίαση του βιβλίου του Άγγελου Τσέκερη
"ΛΙΓΟΣ ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΑΚΟΜΑ"



 
Σας καλούμε στην παρουσίαση του βιβλίου του Άγγελου Τσέκερη 

ΛΙΓΟΣ ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΑΚΟΜΑ, 
Η ΚΑΡΑΜΑΝΛΙΚΗ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ, 
Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ 
ΚΑΙ Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ, 
1958-1963

που θα γίνει την Τρίτη 28/2/2023 στις 7 μμ στην αίθουσα του Β΄ ΚΑΠΗ Αλίμου, Ελ.Βενιζέλου 17.

Με τον Άγγελο Τσέκερη θα συνομιλήσει ο δημοσιογράφος της Αυγής Γιώργος Κυρίτσης. 

Ο Εμφύλιος είναι ακόμη, μετά από δεκαετίες,  ένα θέμα ταμπού για την ελληνική κοινωνία. Χαρακτηριστικό είναι ότι τα σχολικά βιβλία της Ιστορίας αφιερώνουν σε αυτόν μόλις μια παράγραφο,  ωθώντας  στους καθηγητές να το προσπεράσουν με βιάση, σα να πρόκειται για κάποιο δευτερεύον θέμα που ίσως και να πρέπει να αποσιωπηθεί, και αυτό βέβαια αν προλάβει να διδαχθεί. 

Αισιόδοξο είναι  ότι τα τελευταία χρόνια, τόσο από την πλευρά των ιστορικών με μια σημαντική σε όγκο ερευνητική βιβλιογραφία, όσο και των  πολιτών με την ενεργή συμμετοχή τους σε δράσεις με σχετικό ιστορικό περιεχόμενο, υπάρχει  ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον και ενασχόληση με την πρόσφατη ιστορία από το τέλος του Β παγκοσμίου πολέμου και μετά.Σε αυτό το ενδιαφέρον των πολιτών έρχεται να απαντήσει το βιβλίο του Άγγελου Τσέκερη.

Στο βιβλίο του ο Άγγελος Τσέκερης αναφέρεται στα τεκταινόμενα στην Ελλάδα μια δεκαετία σχεδόν από το τέλος του Εμφυλίου και ανιχνεύει το αποτύπωμα του στην κοινωνία, την πολιτική ζωή, τη δικαιοσύνη, στην καθημερινότητα των αριστερών. Ένα επιπλέον ενδιαφέρον στοιχείο του βιβλίου είναι ότι είναι γραμμένο όχι με τη ματιά του ιστορικού αλλά ενός δημοσιογράφου που ενδιαφέρεται για την ιστορία. 

Αντγράφουμε από τον ιστοτοπο των εκδόσεων ΘΕΜΕΛΙΟ το σχόλιο για το περιεχόμενο του βιβλίου : 

Στις εκλογές του 1958 η ΕΔΑ έκανε τη μεγάλη έκπληξη, καταλαμβάνοντας τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η μεγάλη αυτή πολιτική νίκη της ΕΔΑ, εννέα μόλις χρόνια μετά τη λήξη του Εμφυλίου, προκάλεσε πανικό στις τάξεις του καθεστώτος, σηματοδοτώντας την έναρξη ενός νέου γύρου πολιτικών διώξεων. Τα Στρατοδικεία ξαναπήραν μπροστά, αδρανοποιημένοι αντισυνταγματικοί νόμοι βγήκαν από τα συρτάρια, η Ασφάλεια, η Χωροφυλακή και τα ΤΕΑ εξαπολύθηκαν στο κυνήγι προοδευτικών πολιτών, με κορύφωση τις εκλογές βίας και νοθείας του 1961. Αυτή ήταν και η αρχή της πολιτικής χρεωκοπίας του Καραμανλή, που κορυφώθηκε ενάμιση χρόνο αργότερα με την κατάρρευσή του, στον τρομακτικό απόηχο της δολοφονίας του Γρηγόρη Λαμπράκη.

Από το 1958 έως το 1963 η Αριστερά έδωσε έναν πεισματικό αγώνα απέναντι στη θηριώδη καραμανλική τρομοκρατία σε πολλά μέτωπα: στη Βουλή, στους δρόμους, στις γειτονιές και στα χωριά, στους χώρους εργασίας αλλά και στα δικαστήρια, στις φυλακές και την εξορία. Και ακόμα, στο επίπεδο της καθημερινότητας, όπου εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι στάθηκαν αντιμέτωποι με τις διώξεις, τη βία, τον εκφοβισμό, τον κοινωνικό αποκλεισμό. Ήταν ένας αγώνας στον οποίο ο κόσμος της Αριστεράς, κληρονόμος της τεράστιας παράδοσης της Εθνικής Αντίστασης, ανέδειξε για μία ακόμα φορά τα μοναδικά του χαρακτηριστικά: τον ηρωισμό, την αντοχή, την υπερηφάνεια, την εξυπνάδα, την ενότητα, την αλληλεγγύη, την ανιδιοτέλεια. Για αυτόν τον αγώνα μιλά το βιβλίο, εξιστορώντας αναρίθμητες μικρές προσωπικές ιστορίες μιας διαρκούς, ασυμβίβαστης και περήφανης μάχης για δημοκρατία, ελευθερία, κοινωνική δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια.



.


 


Με την Κάτια Γέρου 
για την ταινία USSAK και τον Κυριάκο Κατζουράκη



Μιά ξεχωριστή βραδιά ζήσαμε  την Τετάρτη 15/2/23 στον Πολυχώρο μας με τα μέλη μας κι όσα ακόμη άτομα βρέθηκαν κοντά μας. Αφορμή, η  προβολή της ταινίας USSAK, των Κυριάκου Κατζουράκη και Κάτιας Γέρου. Δεν έχει συμπληρωθεί ακόμη 1 ½ χρόνος, από το μεγάλο ταξίδι του Κυριάκου, σε περίοδο καραντίνας. Θέλαμε να τον ξαναφέρουμε κοντά μας,  μέσα από το έργο του πλέον. Να μιλήσουμε γι αυτόν. Αλληλένδετος άλλωστε ο δημιουργός με το έργο του.Μαζί μας ήταν η σύντροφός του και μούσα του, η Κάτια Γέρου, πρωταγωνίστρια της ταινίας που συνυπογράφει τα κείμενα της, αλλά και ο Πανεπιστημιακός Καθηγητής Γιάγκος Ανδρεάδης, φίλος του Κυριάκου που είχε κι έναν μικρό ρόλο σ αυτήν.

 Ξεκινήσαμε μ ένα ολιγόλεπτο  φιλμάκι που είχε γυριστεί όταν ακόμη μας μιλούσαν γιά την ανάγκη τους να βρεθούν τα χρήματα γιά να γυρίσουν αυτήν την ταινία. ΄Ενα φιλμάκι που μας έφερε ξανά μπροστά μας το πρόσωπο του Κυριάκου, το πράο, το ευγενές, το προσηνές, καθώς και τη φωνή του! Στη συνέχεια, αφού είδαμε την ταινία, άναψε η συζήτηση! Ενώ η ταινία υπήρξε μία αφορμή γιά να κάνουμε ένα μνημόσυνο στον Κυριάκο, το μνημόσυνο εξελίχθηκε πραγματικά όπως του άξιζε! Χωρίς επικήδειους, αλλά με διάχυτη τη συγκίνηση. Ακόμη κι άνθρωποι που δεν τον συνάντησαν, δεν τον γνώρισαν ποτέ από κοντά , αισθάνθηκαν ότι ήταν ένα ξεχωριστό άτομο με το οποίο θα θέλανε να είναι μέλη της ίδιας πνευματικής κοινότητας. Συγκινήθηκαν με το έργο του, εντυπωσιάστηκαν με το όραμά του, το όραμα μιάς άλλης κοινωνίας που μοιάζει ουτοπικό αλλά υπάρχει πάντα δυνατότητα να γίνει πραγματικό, μέσα από την προσήλωση στο όραμα και τη δράση.

 Η δουλειά γιά το ξεκίνημα της ταινίας έγινε όταν η κρίση ήρθε σαν λαίλαπα στην χώρα μας και πιά ήταν φανερό ότι ήρθε γιά να μείνει. Δημιουργήθηκε μία ταινία δραματική, με βία και συσσωρευμένη οργή, με αγωνία γιά το μέλλον. Μιά δυστοπία μ αισιόδοξο, όμως, τέλος. Γιατί όταν στην ταινία οι συγκρούσεις πυκνώνουν και γίνονται αφόρητες κάτι αλλάζει στα πρόσωπα που συμμετέχουν κι αρχίζει μία αλυσιδωτή αφύπνισή τους. Παρακολουθήσαμε την απαγόρευση του σπόρου ως έννοια και ως πραγματικότητα, αλλά φτάσαμε στο Σπόρο της Εξέγερσης, που χαρίζει Αξιοπρέπεια κι Ελπίδα. Παρακολουθήσαμε το USSAK  του Κυριάκου, του  οραματιστή και προφητικού!

 USSAK : Μιά ταινία ποιητικού ρεαλισμού. USSAK : Μιά ταινία που εξερευνά την έννοια της κοινότητας. USSAK : μιά περιοχή στη Μ.Ασία, άλλοτε Ελληνική αποικία, Τημένου Θύραι, την ανέφερε ο ο Λυδός περιηγητής Παυσανίας, διασταύρωση πολλών αρχαίων σημαντικών οδών, κομβικής σημασίας γιά το σύγχρονο κοινοτισμό που έδωσε στον Κυριάκο την έμπνευση να ονομάσει έτσι την ταινία.  Ο Κυριάκος πίστευε ότι το κλειδί της αλλαγής βρίσκεται στις μικρές κοινότητες του μέλλοντος που θα σχηματιστούν από ανθρώπους που θέλουν να κάνουν πραγματικότητα την ουτοπία. Και η ταινία δίνει ιδιαίτερο βάρος στην "αναγέννηση"  του οράματος αυτού. USSAK : ένας Ανατολίτικος μουσικός δρόμος, ένας λυπητερός σκοπός. Ο μουσικός δρόμος της θλίψης που, όμως, μπορεί να μετατραπεί σε χαρά!

Η χθεσινή βραδυά δεν θύμιζε σε τίποτα ούτε μία προβολή σε κινηματογράφο ούτε ένα συνηθισμένο μνημόσυνο. Μπήκαμε σε κουβέντα τσιμπολογώντας και ζεσταίνοντας κορμιά και ψυχές με κρασάκι και τσίπουρο. ΄Ολες κι όλοι κάτι θέλαμε να σχολιάσουμε. Μιλούσαμε γιά έναν δικό μας άνθρωπο. Γιά μία μυθοπλασία που μας άγγιξε. Συνεχίσαμε να μιλάμε  όρθιες και όρθιοι, συχνά σε πηγαδάκια. Βάλαμε σε δυνατή ένταση τα μεγάφωνα να παίζουν αυτόν το παρηγορητικό σκοπό, τον USSAK.

Και παρά το ότι ο Καθηγητής Γιάγκος Ανδρεάδης, μας επανέφερε γιά λίγο στη ζοφερή πραγματικότητα που υπάρχει στην κοινωνία μας σήμερα, μας μίλησε γιά την κατάρρευση του χώρου του Πολιτισμού, την ανάγκη του να βρίσκεται κοντά στον κόσμο του θεάτρου αυτές τις ώρες, μας είπε ότι ο λόγος που βρέθηκε κοντά μας ήταν η Αγάπη!

Η Κάτια, γιά μία ακόμη φορά μας απέδειξε πόσο εμπνευσμένος άνθρωπος είναι, εκτός από άξια και ξεχωριστή ηθοποιός. Και πόση δύναμη ψυχής κρύβει. Χωρίς να έχει ολοκληρώσει ακόμη το πένθος της, μας δήλωσε ότι μπροστά στα τόσα κοινωνικά προβλήματα, απαγορεύει στον εαυτό της να λυγίσει! Συγκινημένη, συχνά δακρυσμένη, συνεχίζει μετά από τόσες προβολές της ταινίας να κάνει παρατηρήσεις. Σχολίασε ότι τις σκηνές της που υπάρχουν σ αυτήν,  όταν τις πρωτοείδε το κοινό,  τις βρήκε άκρως σοκαριστικές. Δυστυχώς, οι σκληρές καταστάσεις της περιόδου που περάσαμε ως κοινωνία, με τα μνημόνια και την πανδημία, έχουν σκληρύνει αρκετά το κοινό, τόσο ώστε να τις παρακολουθεί πλέον ψύχραιμο....

 Ο Κυριάκος έλεγε ότι το εργαλείο του δικού μας πολέμου είναι η Μνήμη. ΄Οτι αυτή είναι το μέσον γιά να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι, καλύτεροι και πιό δυνατοί. Και χθες εμείς τον θυμηθήκαμε, τον μνημονεύσαμε και φύγαμε πραγματικά ανακουφισμένες κι ανακουφισμένοι και πιό δυνατές και δυνατοί! Φύγαμε χωρίς πόνο!  Με τα αισθήματα που θα είχαμε αν φεύγαμε από μιά υπέροχη γιορτή! Κι αυτό είναι το πιό μεγάλο δώρο που μας έχει κάνει ο Κυριάκος. Ο εμπνευσμένος καλλιτέχνης, ο ακέραιος άνθρωπος, ο ακτιβιστής, ο άδολος, ο οραματιστής! ΄Ελεγε : "Οπως και στο σινεμά που κάνω, όλα είναι εφικτά, ο θάνατος δεν είναι θάνατος, ο πολιτισμός είναι αθάνατος.....Στην Τέχνη μπορείς ν ανατρέπεις τα πάντα. Η Τέχνη είναι εκ φύσεως ανατρεπτική!". Και συμπληρώνουμε : "Κι ο δημιουργός είναι αθάνατος! Ο Κυριάκος μέσα από το έργο του και τη μνήμη συνεχίζει να ζει και θα ζει. Και με την Τέχνη του μας χάρισε την ανατροπή! Αυτές τις τόσο δύσκολες μέρες, μας ανακούφισε, μας έδωσε ελπίδα, ανανέωσε το όραμά μας γιά μιά καλύτερη ζωή, μας έκανε να ζήσουμε στιγμές μοιράσματος, ικανοποίησης, χαράς, ευφορίας, γιορτής! ". Και τον ευχαριστούμε τόσο πολύ!

 

Γιάγκος Ανδρεάδης




Προβολή της ταινίας USSAK του Κυρ.Κατζουράκη

Τετάρτη 15/2/2023





 

Σας περιμένουμε να παρακολουθήσουμε μαζί την ταινία του Κυριάκου Κατζουράκη USSAK. Θα μας τιμήσει με την παρουσία της η Κάτια Γέρου, πρωταγωνίστρια της ταινίας και συντρόφισσά του.


Πληροφορίες για την ταινία αλλά και για το σύνολο του έργου των δύο καλλιτεχνών, Κυριάκου Κατζουράκη και Κάτιας Γέρου, μπορείτε να βρείτε στον ιστότοπό τους: https://simatakapnou.art/ussak/




.