Showing posts with label ΒΙΒΛΙΟ. Show all posts
Showing posts with label ΒΙΒΛΙΟ. Show all posts

 

Απολογιστικά για την εκδήλωσή μας της 14/6/2026  
"Ακούγοντας, χορεύοντας και διαβάζοντας τα δημοτικά τραγούδια"
με ομιλητή τον Παντελή Μπουκάλα



«Ποιητικό δημιούργημα, ανώνυμο, χωρίς ιδιοκτήτες, που δημιουργείται και διακινείται από τον δήμο, από την κοινότητα. Το τραγούδι θα το γράψει ένας, πάνω σε μια στιγμή ενθουσιασμού, πολεμικού γεγονότος, μεγάλης πίκρας, χαράς. Πάνω εκεί, θα φτιάξει ένα αφηγηματικό τραγούδι που θα περάσει αυτόματα από την έγκριση του δήμου, της παρέας, η οποία παρέα έχει το δικαίωμα στη διόρθωση».

           Έτσι περιγράφει του ο Παντελής Μπουκάλας το δημοτικό τραγούδι, στη μελέτη του οποίου έχει αφιερώσει μεγάλο μέρος της συγγραφικής και ερευνητικής του δραστηριότητας, συστήνοντάς το στις νεότερες γενιές και αναθερμαίνοντας ευρύτερα το ενδιαφέρον για το είδος.

           Στην εκδήλωση που διοργάνωσε η Στάση στο Καλαμάκι στις 14 Ιουνίου στο Β´ ΚΑΠΗ Αλίμου, ο Παντελής Μπουκάλας  μάς μίλησε για την ιστορία του δημοτικού τραγουδιού και τις συνθήκες που το γέννησαν. Αναφέρθηκε στη λειτουργία, την εξέλιξη και τη θεματολογία του, γεφυρώνοντας ποικίλες ιστορικές περιόδους και γεωγραφικές περιοχές, από την Κρήτη μέχρι την Κύπρο και από τις Κυκλάδες μέχρι την Ήπειρο. Στάθηκε  ιδιαίτερα στα δημοτικά που περιγράφουν έρωτες ανάμεσα σε αλλοεθνείς, αλλόγλωσσους και αλλόθρησκους ‒Ελληνίδες και Έλληνες με μαύρους, Βλάχους, Αρβανίτες, Τούρκους, Τσιγγάνους, Βούλγαρους, Εβραίους και Φράγκους‒, την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και στα τραγούδια για τη βία και το αίμα που ρέει «άφθονο και ακατάσχετο στην επικράτεια του έρωτα» ‒ κυρίως σε βάρος των γυναικών, για «λόγους τιμής». Φώτισε, επίσης, με συναρπαστικό τρόπο τη σχέση ανάμεσα στο δημοτικό και το αντάρτικο τραγούδι, φτάνοντας, στο τέλος της ομιλίας του, ώς τη σημερινή εποχή και τη ραπ.

           Το πολυπληθές ακροατήριο παρακολούθησε την εκδήλωση με αμείωτο ενδιαφέρον. Εξαιρετικοί ήταν και οι μουσικοί, Βαγγελιώ Βογιατζή, Αλέξανδρος Γκαρτζώνης, Λευτέρης Παπαδάκης και Στάθης Τσώνος, που μας συγκίνησαν και μας κάλεσαν να τραγουδήσουμε μαζί τους.

Ευχαριστούμε θερμά τον Παντελή Μπουκάλα και τους μουσικούς για τη συμμετοχή τους σε αυτήν την εκδήλωσή μας. 



Η Πέπη Δουρέκα άνοιξε την εκδήλωση εκ μέρους της ΣΤΑΣΗΣ




























.








Μια συνάντηση με τον Παντελή Μπουκάλα
Κυριακή 14 Ιουνίου 2026
Β΄ ΚΑΠΗ Αλίμου





Η Στάση στο Καλαμάκι έχει τη μεγάλη χαρά να φιλοξενεί τον ποιητή, συγγραφέα, μεταφραστή και δημοσιογράφο Παντελή Μπουκάλα, ίσως τον σημαντικότερο σήμερα Έλληνα διανοούμενο, βραβευμένο με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης, το Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου-Κριτικής και το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων 2024 για τη συνολική προσφορά του στα γράμματα. 

Μεταξύ άλλων, ο Παντελής Μπουκάλας μελετά, εδώ και πολλά χρόνια, τα δημοτικά μας τραγούδια. Καρπός αυτής της μελέτης είναι η σειρά βιβλίων του με τον γενικό τίτλο «Πιάνω γραφή να γράψω... Δοκίμια για το Δημοτικό Τραγούδι» (εκδ. Άγρα).

Τα δημοτικά τραγούδια θα είναι και το θέμα της ομιλίας του στη συνάντησή του μαζί μας την 

Κυριακή 14 Ιουνίου 2026 στο Β΄ ΚΑΠΗ Αλίμου, Ελ. Βενιζέλου 17, στις 8 μ.μ.,

 με τίτλο 

«Ακούγοντας, χορεύοντας και διαβάζοντας τα δημοτικά τραγούδια»


Στην εκδήλωση θα συμμετάσχουν οι μουσικοί:
Βαγγελιώ Βογιατζή, Αλέξανδρος Γκαρτζώνης, Λευτέρης Παπαδάκης και Στάθης Τσώνος.




Αναδημοσιεύουμε εδώ ένα κείμενό του που αποτελεί την εισαγωγή στο βιβλίο της Ναταλίας Λαμπαδάκη «Τα τραγούδια της ντροπής» (εκδ. ΚΨΜ, 2022).


Η παρρησία του δημοτικού τραγουδιου 

Η παρρησία είναι ένα από τα ουσιωδέστερα και πολυτιμότερα γνωρίσματα του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού, από αυτά που διαμορφώνουν τον χαρακτήρα του. Δεν διστάζει να φανερώσει τα κεκρυμμένα, και, αυτό είναι το σπουδαίο και το αναντικατάστατο, δίχως να ηθικολογεί, να υψώνει αυτάρεσκο καταγγελτικό τόνο ή να επιδίδεται σε μαθήματα χρηστής συμπεριφοράς. Στις σπανιότατες περιπτώσεις που διακρίνουμε «ηθικά διδάγματα» στο τέλος ενός τραγουδιού, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι πως είναι προϊόν των νεότερων χρόνων, όταν πλέον η όσμωση ανάμεσα στην προφορική και τη γραπτή στιχουργική ήταν εντονότερη και η εγγραμματοσύνη είχε αρχίσει παίρνει το πάνω χέρι. 

Ο λαϊκός ποιητής, όπως συμβατικά μάθαμε να αποκαλούμε τον ανώνυμο, συλλογικό δημιουργό και αέναο επεξεργαστή τραγουδιών χωρίς ιδιοκτήτη, τολμά και θίγει ζητήματα της ιδιωτικής και της δημόσιας ζωής που η σεμνοτυφία και η υποκρισία, σταθερές παράμετροι της «κανονικότητας» από γενιά σε γενιά, θα τα κατέτασσαν στα «ου φωνητά». Και θα έσπευδαν είτε να λογοκρίνουν την πραγμάτευσή τους είτε να υπαγορεύσουν ως πρέπουσα τη ρητορική της μη ευθύτητας και ως επιβεβλημένη την επιφανειακή προσέγγιση.

 Όσο ξέρω από τα ακούσματα και τα διαβάσματά μου (και πρέπει να ειπωθεί εδώ ότι τη δημοτική ποίηση δεν τη μαθαίνεις όσο της αξίζει αν μόνο την ακούς ή μόνο τη διαβάζεις, πρέπει να είναι δύο οι πόροι γνώσης και τέρψης), ελάχιστες περιοχές του βίου δεν έχουν δεχτεί την επίσκεψη του λαϊκού ποιητή-τραγουδιστή και την επίμονη αναψηλάφησή του. Για την ακρίβεια, δύο υπήρξαν τα ταμπού που αποδείχτηκαν αμάχητα: η ανίερη σχέση πατέρα - κόρης (η οποία εντούτοις απασχολεί τα παραμύθια), και ο ομοφυλόφιλος έρωτας. Εξηγήσεις υπάρχουν, δεν είναι ωστόσο του παρόντος.

Οτιδήποτε άλλο συμβαίνει πάντως στην πραγματική ζωή, αξιοποιείται ως πρώτη ποιητική ύλη από τους δημιουργούς παραλογών, όσο αντικανονικό, άπρεπο, άνομο ή και φρικαλέο κι αν είναι. Ο αιμομεικτικός πόθος, για παράδειγμα, στις ποικίλες εκδηλώσεις του. Ανάμεσα σε πρωτοξάδερφα καταρχάς, τα οποία γνωρίζουν την αιματική τους συγγένεια και τις συνεπαγόμενες κοινωνικές και θρησκευτικές απαγορεύσεις, και μολαταύτα διεκδικούν μέχρι θανάτου -του δικού τους θανάτου- το δικαίωμά τους να αγαπηθούν. Το τραγούδι του Γιάννου και της Μαριγώς, αυτό ιστορεί. Στις πλέον αιματηρές παραλλαγές του, ο πατέρας τιμωρεί τη θυγατέρα του σφάζοντάς την.

Τα τραγούδια με θέμα τους τη σχέση ανάμεσα σε αδέρφια θα μπορούσαμε να τα ταξινομήσουμε σε τρεις ομάδες. Στην πρώτη, με γνωστότερη την παραλογή «Ενας κοντός κοντούτσικος», το ανίερο αποφεύγεται την ύστατη στιγμή, όταν ένα πουλί «μ’ ανθρώπινη λαλίτσα» ειδοποιεί για το επαπειλούμενο κρίμα τον άντρα και τη γυναίκα, που ήδη αφιερώνονται παθιασμένα στο ηδονικό παίγνιο της σωματικής αλληλογνωριμίας. Το ζευγάρι, βεβαίως, παύει αμέσως να ερωτοτροπεί. Στη δεύτερη ομάδα, η αναγνώριση γίνεται ενώ έχει πια συντελεστεί το σμίξιμο, το οποίο προκαλεί τον μαρασμό της φύσης, όπως συμβαίνει σε ποντιακό τραγούδι. Συγκλονισμένα τα αδέρφια, αποφασίζουν να μονάσουν, μήπως και λυθούν οι αμαρτίες τους. Η φύση ταράζεται βαθιά και όταν η ηθελημένη αιμομικτική σχέση των αδερφών οδηγεί στην τεκνοποιία, όπως γίνεται σε τραγούδι της Ρόδου. Εκεί γεννιούνται τρία παιδιά -άρα λοιπόν η εξαιρετικά ανήθικη σχέση έχει μακροχρονίσει-, τα οποία σκοτώνονται και ενταφιάζονται κρυφά.

Μακρόχρονη -δεκατετράχρονη για την ακρίβεια- είναι η επίσης ηθελημένη άνομη σχέση ανάμεσα σε μητέρα και γιο στην κυπριακή παραλλαγή της παραλογής «Μια μάνα είχε έναν υγιό». Μολονότι ξέρουν ποιος ιερός και ακατάλυτος δεσμός θα έπρεπε να τους συνδέει, πραγματώνουν ένα ενεπίγνωστο οιδιπόδειο, ώσπου η κάθαρση επέρχεται (αν επέρχεται) με τριπλό φονικό: η πεθερά σκοτώνει τη νύφη της, γιατί, έστω και πολύ αργά, αρχίζει να υποψιάζεται τι ανίερο συμβαίνει, και ο γιος σκοτώνει πρώτα τη μάνα-ερωμένη του, επειδή τον προτρέπει να εξοντώσει τη γυναίκα του, κι έπειτα αυτοκτονεί. Σε όλες τις άλλες παραλλαγές, ο γιος τρομάζει ακούγοντας την ωμή, ανήθικη πρόταση της ίδιας του της μάνας του και την αποκρούει σθεναρά, λέγοντάς της πως, αν ενδώσουν στο βαρύτατα άπρεπο, θα εκδηλωθεί συντριπτική η οργή του Θεού και θα ανατραπεί η τάξη της φύσης.

Θα μπορούσε άραγε να υποστηριχθεί βάσιμα ότι παραλογές όπως αυτή, που θεματοποιούν όχι απλώς την υπέρβαση των ηθικών ορίων αλλά την προσβολή και την καταπάτηση κάθε είδους νόμων και κανόνων, γραπτών και (προπάντων) άγραφων, κοσμικών και θρησκευτικών, είναι δημιουργήματα λογίων, ή έστω σχετικώς γραμματισμένων που παρεπιδημούν στην περιοχή της δημοτικής ποίησης; Ξέρουμε -ή, καλύτερα, εικάζουμε βάσει των πληροφοριών που διαθέτουμε για την τεχνική της λαϊκής ποίησης, στην Ελλάδα και ευρύτερα- ότι τα δημοτικά τραγούδια δεν τα έφτιαχναν «όλοι μαζί». Συνήθως, κάποιος που είχε το ταλέντο αλλά και το γερό μνημονικό, ώστε να μπορεί να ανακαλεί με ευκολία και ταχύτητα μοτίβα και φόρμουλες, ή ήξερε πέντε αράδες γράμματα παραπάνω από τους συγχωριανούς του, συνέθετε ένα τραγούδι στην αρχική του μορφή. Συγκινημένος από κάποιο πρόσωπο ή περιστατικό, δοκίμαζε να το απαθανατίσει.

Ο όμιλος υποδεχόταν τους στίχους και, με την αίσθηση του ακτήμονα συνδημιουργού και στόχο τη μέγιστη εκφραστική λιτότητα και την ακρίβεια, τους δούλευε και τους ξαναδούλευε. Οι γυναίκες, που το δημοτικό τραγούδι ήταν το βασίλειό τους, σύμφωνα με τον Στίλπωνα Κυριακίδη, χρησιμοποιούσαν σαν ποιητικό εργαστήριό τους τα νυχτέρια, κυρίως του χειμώνα.

Στην πραγματικότητα, ένα τραγούδι δεν πάγωνε ποτέ. Το πιστοποιούν οι δεκάδες παραλλαγές πολλές τραγουδιών, που δεν εξαντλούνται σε διαφοροποιήσεις στο λεκτικό ή στη γεωγραφική προσαρμογή ονομάτων (είτε για πρόσωπα πρόκειται είτε για περιοχές ή βουνά) αλλά επεκτείνονται και στην αλλαγή του περιεχομένου και της ίδιας της «λύσης» του εκάστοτε δράματος. Φυσικά, δεν έχουν καταγραφεί όλες οι παραλλαγές. Και δυστυχώς, η μουσική πολλών τραγουδιών παραμένει άγνωστη. Για πολλές δεκαετίες, το ενδιαφέρον αφορούσε αποκλειστικά την καταγραφή των στίχων. Ούτε γνώσεις μουσικής διέθεταν άλλωστε οι πρώτοι λαογράφοι, ερασιτέχνες οι περισσότεροι, ούτε βεβαίως μηχανικά μέσα καταγραφής και αναπαραγωγής.

Εν πάση περιπτώσει, ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι ο «πρώτος δημιουργός» ήταν λόγιος, το τραγούδι που θα πρότεινε στην κοινότητα δεν θα περπατούσε, δεν θα επιζούσε καν, αν δεν άρεσε αφενός, αν δεν ιστορούσε θέματα οικεία στον δήμο αφετέρου, και ασφαλώς με οικεία και την αφηγηματική τεχνική και τον σκοπό της ιστόρησης. Αν η εικαζόμενη προσωπική «παραξενιά» (δηλαδή η έμμετρη εξιστόρηση ακραίων και κατακριτέων επεισοδίων του βίου) δεν διασταυρωνόταν με τις γενικότερες διαθέσεις, το λαϊκό αίσθημα θα απέβαλε χωρίς αργοπορία τα δημιουργήματά της. Όσην όρεξη κι αν είχε ν’ ακούει αφηγήματα, και μάλιστα δεκαπεντασύλλαβης αρμονίας.

Έτσι ακριβώς άντεξαν στον χρόνο και τ’ ακούμε ακόμα και σήμερα, έστω συντομευμένα, τραγούδια αποσβολωτικά ακραίου περιεχομένου, κοινωνικά, ηθικά ή και εθνικά αντισυμβατικού και προκλητικού. Τραγούδια που διηγούνται παιδοκτονία και κανιβαλισμό, οικογενειακή εξόντωση μιας λυγερής δι’ ασήμαντον αφορμήν, νεκροφιλία ή προδοσία των αγίων, και ιδιαίτερα του «αγίου της Ρωμιοσύνης», του λατρεμένου Αϊ-Γιώργη, που, δίβουλος και πλεονέκτης, παραδίδει κόρη χριστιανή στα χέρια του Τουρκόπουλου ή των Σαρακηνών που την καταδιώκουν. Και πρέπει να σημειωθεί ότι πολλά από τα τραγούδια αυτά άντεξαν και επέζησαν έως και τις μέρες μας, παρότι επιχειρήθηκε η αποσιώπησή τους από αρκετούς συλλογείς και ανθολόγους, που είτε δεν τα δημοσιεύουν είτε επιλέγουν την αναπαραγωγή «ουδέτερων» παραλλαγών. Κι ας μη λησμονούμε και τη βίαιη «διόρθωση» και συμμόρφωση που υπέστησαν σε παλαιότερες εποχές αρκετά τραγούδια, κυρίως κλέφτικα.

Μια ιδιαίτερα διευρυμένη κατηγορία ελληνικών δημοτικών τραγουδιών αποτελούν τα «τραγούδια της τιμής», όπως θα μπορούσαμε να τα αποκαλέσουμε. Τα τραγούδια αυτά είναι ταυτόχρονα και «τραγούδια της ντροπής»: Ο ήρωας, σύζυγος, εραστής, αδερφός, πατέρας, ντρέπεται, νιώθει βαριά προσβεβλημένος από κάποια πράξη της γυναίκας του, της θυγατέρας, της αδερφής του. Στα δεδομένα κοινωνικά πλαίσια, έτσι οφείλει να αισθάνεται. Αυτό τού επιβάλλει η νόρμα σε ανθρώπινες κοινότητες πατριαρχικά και αρρενοκρατικά συγκροτημένες επί αιώνες. Κι όπως μαθαίνει εξ απαλών ονύχων, για να θεραπευτεί η πληγωμένη τιμή, πρέπει η ντροπή να ξεπλυθεί με αίμα. Αναστολές και δεύτερες σκέψεις δεν επιτρέπονται: Το περιβάλλον σε παρατηρεί, σε αξιολογεί, σε εκβιάζει, και τέλος σε οπλίζει. Η γυναίκα που παρεκτράπηκε, πρέπει να τιμωρηθεί, ακόμα κι αν η παρεκτροπή της είναι ασήμαντη, και όχι μονάχα με τα σημερινά μέτρα και σταθμά. Μόνο με τον θάνατό της, παραδειγματικά βίαιο, θα συνεχιστεί ακηλίδωτη η ζωή των οικείων της.

Στην κατηγορία των τραγουδιών της ντροπής/τιμής συγκαταλέγονται τα περισσότερα από τα τραγούδια που ανασταίνει στον παρόντα δίσκο, με γνώση, ευαισθησία και όμορφη, καθαρή φωνή, η Ναταλία Λαμπαδάκη. Η «Ανδρονίκη» πρώτα πρώτα, που ξαναπιάνει ένα θέμα, την αδελφοκτονία για λόγους τιμής, με το οποίο η ελληνική δημοτική ποίηση πρωτοασχολήθηκε πολύ παλιά, με το κρητικό τραγούδι «Της Σούσας», που ο Γάλλος ελληνιστής Εμίλ Λεγκράν το χρονολογεί στη δεκαετία 1669-1679. Η ανύπαντρη Σούσα σφάζεται από τον αδερφό της, όταν τη βρίσκει στην ίδια κλίνη με την αγαπημένο της. Για τον Βαγγέλη του νεότερου τραγουδιού αρκούν πολύ λιγότερα για να συμπεράνει ότι λερώθηκε το κούτελό του: Η αδερφή του πηγαίνει σε καφενείο, μαζί με τον αγαπητικό της και ντυμένη ευρωπαϊκά. Κακούργημα... Ο τιμωρητικός πέλεκυς δεν αργεί. Καταφτάνει ο Βαγγέλης, ειδοποιημένος για την «ανταρσία» της από δύο φίλους του, που προσωποποιούν την κοινωνία, με τη μικρότητα, το κουτσομπολιό και τις κακίες της, και τη σφαγιάζει. Μια κυπριακή παραλλαγή αποδίδει δικαιοσύνη:

 

Όταν την κατεβάσαν μέσα στο μνήμα της,

δυο φίλοι τ’ αδερφού της είχαν το κρίμαν της.

Επιάσαν τον Βαγγέλην, τον εδικάσασιν.

εκόπην η ποινή του, τον εκρεμάσασιν.

 

Δεύτερο, το αφόρητης οικογενειακής σκληρότητας τραγούδι «Μια κόρη ρόδα εμάζευε». Εδώ, γονείς, αδέρφια και ξαδέρφια, όλο το σόι,  χρησιμοποιούν το αίμα της αθώας λυγερής για να ξαναγράψουν άσπιλο το όνομά τους στα κοινωνικά μητρώα. Πολλές οι παραλλαγές του τραγουδιού, αποκαλύπτουν ότι η ζωή μιας νέας γυναίκας προκαθοριζόταν από τους αρσενικούς συγγενείς, αλλά και την υποταγμένη μάνα. Κι όλοι αυτοί βέβαια, με τη σειρά τους, προκαθορίζονται από το άγραφο κοινωνικό συμβόλαιο ορθότητας και ευπρέπειας.

Τρίτος ο «Μενούσης», που μεθάει από τη ζήλια του παρά από το κρασί, παίρνει σαν αλήθεια ένα πείραγμα και γίνεται φονιάς. Στο πιο γνωστό δημοτικό τραγούδι απιστίας και εκδίκησης, δεν υπάρχει καν απιστία· μονάχα η αθυροστομία της αλκοόλης, που φαντάζεται ή επινοεί παραβάσεις της συζύγου, η οποία χάνει τη ζωή της αναπολόγητη. Όσον αφορά το καθαρά λογοτεχνικό πεδίο πάντως, ο Κλωντ Φωριέλ γράφει εντυπωσιασμένος ότι «θα ήταν δύσκολο να σχεδιαστεί με περισσότερη ζωντάνια, στο στενό πλαίσιο των δεκατριών στίχων [της δικής του παραλλαγής]  μια δραματική σκηνή, η διήγηση ενός φόνου που τον έφερε η ζήλια και η έκφραση του πόνου και του μετανιωμού που επιφέρει ο πόνος».

 Τέταρτο το τραγούδι «Ο Γιάννος και η Μαριγώ», όπου ο έρωτας ανάμεσα σε δύο πρωτοξάδερφα, όχι ασυνήθιστος σε κλειστές κοινωνίες, οδηγεί στον θάνατο των αμαρτωλών: Ο Γιάννος «εθερμάθηκε» και ξεψύχησε, σαν από μαρασμό· ίσως και να ’πιασε η κατάρα της μάνας του, όταν της εξολμολογήθηκε ποιαν αγαπά: «Γιάννο, φωτιά στο στόμα σου και λάβρα στο κορμί σου». Και η Μαριγώ, βλέποντας τον αγαπημένο της νεκρό, συγκλονίζεται και πεθαίνει ή, σε κάποιες παραλλαγές, κόβει το νήμα της ζωής της με το χρυσό μαχαίρι της. Εδώ, σε ορισμένες παραλλαγές, εν ονόματι της τιμής εγκληματεί ο πατέρας, που σκοτώνει την κόρη του για να αποκαταστήσει την οικογενειακή τάξη. Ιδού, για παράδειγμα, η αντίδρασή του σε παραλλαγή της Αδριανούπολης:

 

Σαν τ’ άκουσε ο πατέρας γίνηκε σαν θεριό,

απ’ τα μαλλιά την πιάνει, την πάει το μαγειριό.

Τρεις μαχαιριές την δίνει στην δεξιά μεριά,

και την αποκοιμάει που ’ταν κανακαριά.

 

Παμπάλαιο κοινωνικό πρόβλημα η αιμομικτική σχέση ανάμεσα σε πρωτοξάδερφα, διερευνάται ποιητικά ήδη στις Δαναϊδες του Αισχύλου. Οι πενήντα κόρες του Δαναούζητούν άσυλο από τον Πελασγό, τον δημοκρατικών αρχών βασιλιά του Άργους. Ένας από τους λόγους που επικαλούνται είναι η ασεβής επιθυμία του Αίγυπτου, αδελφού του πατέρα τους, να τις παντρέψει βίαια, παρά τη θέλησή τους και τις θεϊκές επιταγές, με τους ισάριθμους γιους του. Με τα πρωτοξάδερφά τους δηλαδή.    

Ο λαϊκός  ποιητής δεν μπορεί φυσικά να γνωρίζει τις Δαναϊδες. Γνωρίζει το πρόβλημα, άρα ξέρει και πόσο συχνά η υποκρισία, τα συμφέροντα και οι οικογενειακές στρατηγικές παραμερίζουν τις αναστολές και επιτρέπουν να παντρευτούν πρώτα ξαδέρφια. Νιώθει λοιπόν ότι οι δύο εξ έρωτος νεκροί ίσως δικαιούνται κάποια μεταθανάτια παραμυθία. Γι’ αυτό και επιλέγει να ταφούν «συνακοντά» οι αγαπημένοι και να μεταμορφωθούν σε δέντρα, ώστε ν’ αγκαλιάζονται αιώνια και ακίνδυνα: ο Γιάννος γίνεται (συνήθως) κυπαρίσσι και η Μάρω λεμονιά. Την ίδια παρηγορητική μέριμνα αποκαλύπτει και μια πελοποννησιακή λαϊκή παράδοση, σύμφωνα με την οποία το ζευγάρι καταστερώνεται μετά τον θάνατό του, αφού ο Θεός εισακούει τις προσευχές του. Στη στιχουργημένη μορφή της:

 

Κι οχ την αγάπη την πολλή, τον πόνο το μεγάλον,

ο Γιάννος και η Μαρουδιά γινήκανε αστέρια.

Κι οχ τον καημό τους τον πολύ, το Μάη ανταμωνόνται.

Κι η Μάρω πάει στα βουνά ούλο το καλοκαίρι,

και το χειμώνα τον κακό στους κάμπους κατεβαίνει.

Κι ο Γιάννος πάει στα βουνά για το καλό της Μάρως.

 

Ίσως η βιαιότερη παραλογή είναι η «Μάνα φόνισσα», που πραγματεύεται το εφιαλτικότερο και ιταμότερο των εγκλημάτων, αν όντως υπάρχει διαβάθμιση στη φρίκη: Η μάνα συλλαμβάνεται από τον μικρό της γιο, ένα σχολιαρόπαιδιο, να ερωτοτροπεί. Και για να μην τη μαρτυρήσει στον σύζυγό της και κινδυνέψει, σφάζει τον Κωσταντή, το σπλάχνο της, «σαν μακελάρης φυσικός». Αμέσως έπειτα ξεροτηγανίζει το συκωτάκι του παιδιού, έδρα της ψυχής αλλά και της δύναμης, και το προσφέρει στον άντρα της, βαθιά ταραγμένο από την πολύωρη, μάταιη αναζήτηση του γιου του. Ελάχιστα πριν συντελεστεί η απαίσια παιδοφαγία (οικεία στους θεούς, αν θυμηθούμε τον Κρόνο, όπως άλλωστε και η αιμομιξία, αποτρόπαιη όμως στον θνητό κόσμο), το συκωτάκι μιλάει με φωνή ανθρώπου και ειδοποιεί τον πατέρα του. Κι αυτός σκοτώνει τη φριχτή γυναίκα του (για τον εραστή της δεν δείχνει κανένα ενδιαφέρον), της κόβει το κεφάλι και το πηγαίνει στον μύλο. Κι εκεί το αλέσει, του στερεί τα γνωρίσματα του ανθρώπινου προσώπου, σαν τεκμήριο της διπλής εκδίκησής του: για τον γιο του και για την τιμή του - αν πια τον ενδιαφέρει αυτή η δεύτερη.

Ο κόσμος της συγκεκριμένης παραλογής είναι σκοτεινότερος και ωμότερος και από τον κόσμο των Ατρειδών και των διαβόητων θυέστειων δείπνων, επίσης άγνωστων στους λαϊκούς ανθρώπους. Στον αρχαίο μύθο, ο Ατρέας, γιος του Πέλοπα, σφάζει τα παιδιά του αδερφού του τού Θυέστη, για να τον εκδικηθεί, και στρώνει δείπνο για να τον οδηγήσει σε αθέλητη παιδοφαγία. Στη νεοελληνική ποιητική σύνθεση η ίδια η μάνα σφάζει το παιδί της, το μαγειρεύει και το προσφέρει στον πατέρα του, για να εξαφανιστεί μέσα του, μαζί με τη φωνή του, που θα μπορούσε να αποβεί επικίνδυνη.

Είναι τόσο βαρύ το συναισθηματικό φορτίο της παραλογής που οι αναδημιουργοί του στο πέρασμα του χρόνου επινόησαν κάποιους τρόπους μικρού έστω μετριασμού του: Σε ορισμένες παραλογές η φόνισσα δεν είναι η μάνα αλλά η μητριά, άλλοτε δε η μητερα εξεικονίζεται σαν μάγισσα ή και σαν Τουρκάλα η Εβραία. Δεν λείπουν και οι εκδοχές όπου, για να ιστορηθεί η μάνα όσο πιο εξαχρειωμένη γίνεται, εμφανίζεται σαν σεξουαλικά ακόρεστη και αχαλίνωτη («βρίσκει τη μάνα πόπαιζε με δυο, με τρεις Εβραίους») ή δίχως εθνικού περιχομένου αναστολές, αφού ο εραστής της κάποτε είναι Τούρκος.                   

Κανιβαλισμό, αλλά καθ’ ύπνον, περιγράφει και το τραγούδι «Ο καύκος». Μια άγρια, απόρρητη επιθυμία βρίσκει κατά τη διάρκεια του ονείρου γλώσσα για να δηλωθεί και να εικονογραφηθεί. Και ο ονειροκρίτης περιττεύει εδώ, και ο ψυχαναλυτής επίσης. Τα πράγματα έχουν μια οξύτατη, σκληρή σαφήνεια. Το πιστοποιεί και η επιλογή -και πάλι- του συκωτιού προς καταβρόχθιση. Το μόνο που δεν ξέρουμε είναι αν οι ονειρικές προσδοκίες της γυναίκας απορρέουν απλώς από ωμό πόθο ή και από ελπίδα απελευθέρωσης από έναν σύζυγο ενδεχομένως βάναυσο. Ό,τι κι αν ισχύει, εντούτοις, η επίκληση του Χριστού σε τέτοια συμφραζόμενα, και μάλιστα εις διπλούν, ηχεί ειρωνικά ανευλαβής:

 

Χριστέ, και να ξεδήλιανε τ’ όνειρο πού ειδα απόψε.

Τον μπέλο μου είδα κυνηγό, τον άντρα μου είδα αγρίμι.

Χριστέ, και να το σκότωνεν ο κυνηγός τ’ αγρίμι.

Να φάω απού το σκώτιν του, να δροσιστ’ η καρδιά μου.

Να πάρ’ απού το αίμαν του, να βάψω τα μαλλιά μου.

 

Το ερώτημα είναι γιατί το δημοτικό τραγούδι να καταπιάνεται με τέτοια θέματα, οπωσδήποτε ασυνήθιστα. Μια πρώτη απάντηση θα υπενθύμιζε ότι ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας δεν έλειψε η επιθυμία (έμμετρης ή πεζής) αφήγησης δραμάτων, και γενικότερα εντυπωσιακών ιστοριών. Χωρίς να το σκοπεύουν, ή και να το κατανοούν ακόμα ακόμα, οι ανώνυμοι ποιητές υπηρετούν τη λογοτεχνία, που, χωρίς να καθυστερεί με το γιατί (γιατί πλέκουμε τραγούδια, γιατί υφαίνουμε ιστορίες), επιχειρεί να δώσει τις απαντήσεις της στο τι και στο πώς.

Οι παραλογές μοιάζουν αρκετά με τα παραμύθια, που κι αυτά ιστορούν κόσμους άγριους, βίαιους, σκοτεινούς και θανάσιμους. Υπάρχει όμως μια ουσιώδης διαφορά: το τέλος, η έξοδος. Το παραμύθι καταλήγει καθησυχαστικά, με το μοτίβο «ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα». Αντίθετα, οι παραλογές δεν σου επιτρέπουν να εφησυχάσεις. Σε αγριεύουν. Σε συγκλονίζουν. Γιατί; Όχι μόνο επειδή δεν σου αφηγούνται τερπνές ιστορίες ευτυχισμένων ανθρώπων αλλά και επειδή έχουν να πουν κάτι, κάτι σοβαρό, για την ανθρώπινη ψυχή και τα σκοτάδια της. Για τη νοοτροπία όσων έζησαν μια φορά κι έναν καιρό αλλά και όσων ζουν τώρα.

Αρκετά παραμύθια σε αποχαιρετούν με την εξής διαβεβαίωση του παραμυθά: «Ούτε εγώ ήμουν εκεί ούτε εσείς να με πιστέψετε». Αντίθετα, η παραλογή εκδιπλώνεται σαν μια αυθεντική εσωτερική μαρτυρία για γεγονότα ψυχικά. Και σε καλεί να πιστέψεις ότι καμιά φορά -ή μάλλον πιο συχνά απ’ ό,τι αντέχουμε να το αποδεχτούμε- συμβαίνει και το απίστευτο, το εξωφρενικό, το αδιανόητα απαίσιο. Κι εμείς πρέπει να έχουμε την τόλμη να το βλέπουμε και την παρρησία να το λέμε. Αυτήν ακριβώς την παρρησία διαθέτει το δημοτικό τραγούδι.

 

Παντελής Μπουκάλας








.

 

Απολογιστικά για την εκδήλωσή μας
Νάντια Βαλαβάνη
 Θ.Ν.  Ενα χρονικό για "τα παιδιά του Φλεβάρη" μισόν αιώνα αργότερα
Τετάρτη 27 Μαΐου  2026 



Την Τετάρτη 27 Μαΐου 2026, στις 7 μ.μ., η ΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΚΑΛΑΜΑΚΙ και οι Εκδόσεις ΤΟΠΟΣ διοργάνωσαν, στο Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου Αλίμου, παρουσίαση του νέου βιβλίου Νάντιας Βαλαβάνη Θ.Ν.  Ένα χρονικό για τα "παιδιά του Φλεβάρη" μισόν αιώνα αργότερα.

Το βιβλίο είναι ένα βιωματικό ντοκουμέντο και αναφέρεται στην σύλληψη από τη χούντα, τον Φλεβάρη του 1974, εκατοντάδων μελών και στελεχών του ΚΚΕ, της ΚΝΕ και της Αντι-ΕΦΕΕ μεταξύ των οποίων και η Νάντια Βαλαβάνη. Η συγγραφέας μας περιγράφει με συγκλονιστικό τρόπο τις συνθήκες της πεντάμηνης κράτησής της στη Γενική Ασφάλεια Αθηνών, την απομόνωση, τις ανακρίσεις από τους βασανιστές της χούντας, καθώς και την σύνδεση της με την τότε φοιτήτρια Ιατρικής Αγγελική Σωτήρη.

Όπως γράφει η Ν.Βαλαβάνη :
Το Θήτα Νι ήταν, ωστόσο, πριν απ’  όλα µορς των τοίχων. Το «κτυπούσαµε» σχεδόν όλοι µετά το «σ' αγαπώ» αντί για αποχαιρετισµό. Σε συνθήκες κράτησης τα έλεγε όλα: «Θ.Ν. – Θα νικήσουµε»! Από την παγκόσµια επικράτηση του σοσιαλισµού µέχρι τη δική µας προσωπική νίκη απέναντι σε όσους µας κρατούσαν δεσµώτες και µας βασάνιζαν για «οµολογίες» και «καρφώµατα», για «αποκήρυξη» του κοµµουνισµού και της ανθρωπιάς µας, το Θ.Ν. ήταν το δικό µας αρκτικόλεξο, το ακουστικό σήµα αναγνώρισης ανάµεσά µας: Αυτοί µπορεί να ελέγχανε το σώµα µας, τη ζωή µας όµως την κουµαντάραµε ακόµα µόνο εµείς!

Για το βιβλίο μάς μίλησαν οι δημοσιογράφοι Πόλυ Κρημνιώτη και Παύλος Κλαυδιανός, η Κατερίνα Παπαγκίκα, γιατρός, πρώην συγκρατούμενη, και η συγγραφέας. Συντόνισε ο δημοσιογράφος Γιάννης Κυμπουρόπουλος, ενώ αποσπάσματα από το βιβλίο διάβασε ο ηθοποιός Δημήτρης Μωρόγιαννης.

Η εκδήλωση έκλεισε με συζήτηση με το κοινό, από την οποία αναδείχθηκε η ανάγκη για επιστημονική μελέτη εκείνης της περιόδου, καθώς και για περαιτέρω καταγραφή της βιωμένης ιστορικής μνήμης όλων των πρωταγωνιστών της, ιδίως σήμερα, που βλέπουμε να διεξάγεται ένας λυσσαλέος πόλεμος γύρω από την ιστορική μνήμη.


Παρακολουθήστε την εκδήλωση στο YouTube ΕΔΩ 



















.


.

 






Τετάρτη 27 Μαίου 2026
Παρουσίαση του βιβλίου της Νάντιας Βαλαβάνη

Θ.Ν. Ένα χρονικό για τα "παιδιά του Φλεβάρη" 
μισόν αιώνα αργότερα



 

Η Στάση στο Καλαμάκι και οι εκδόσεις ΤΟΠΟΣ σας προσκαλούμε στην παρουσίαση του νέου βιβλίου της Νάντιας Βαλαβάνη

Θ.Ν.
 Ένα χρονικό για τα "παιδιά του Φλεβάρη" μισόν αιώνα αργότερα

Η εκδήλωση θα γίνει την Τετάρτη 27 Μαΐου 2026 στις 7 μ.μ. στο Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου Αλίμου, Λεωφ.Ιωνίας 96, Άλιμος.


Θα μιλήσουν:
Πόλυ Κρημνιώτη, δημοσιογράφος,
Κατερίνα Παπαγκίκα, γιατρός, πρ.συγκρατούμενη,
Παύλος Κλαυδιανός, δημοσιογράφος.

Θα συντονίσει ο δημοσιογράφος Γιώργος Κυμπουρόπουλος.

Αποσπάσματα από το βιβλίο θα διαβάσει ο ηθοποιός Δημήτρης Μωρόγιαννης. 

Θα ακολουθήσει συζήτηση με τη συγγραφέα.








.
 Οι σύνθετες σχέσεις Ιστορίας – Λογοτεχνίας, 
με αφορμή το έργο «Το Χιόνι των Αγράφων» του Π. Χατζημωυσιάδη (Κίχλη, 2021)




Εισήγηση της Ελένης Πατσιατζή στην εκδήλωση μας "Ψηλαφώντας τα τραύματα της Ιστορίας"/14.3.26


 Οι σχέσεις της Ιστορίας με τη Λογοτεχνία υπήρξαν ανέκαθεν στενές και πολυσύνθετες. Ωστόσο, τα σύνορα είναι αναγκαία. Η αριστοτέλεια διάκριση ανάμεσα στην Ποίηση και στην Ιστορία, στο ένατο κεφάλαιο της Ποιητικής, παραμένει θεμελιώδης, αν και υπήρξε σαφής διάθεση ιεράρχησης και διάκρισης υπέρ της Ποίησης, του καλλιτεχνικού λόγου θα μπορούσαμε να πούμε, κάτι, βέβαια που δε χαροποιεί ιδιαίτερα τους ιστορικούς…

Αξίζει να εκκινήσουμε από τη διαπίστωση ότι η  λογοτεχνία βρίσκεται σε ώσμωση με το περιβάλλον στο οποίο δημιουργείται, όπως άλλωστε  και η ιστορία. Η ιστορία, ωστόσο, επιμένει στην ανάγκη τεκμηρίωσης, καταγραφής των γεγονότων με έμφαση στην επιστημονική πειθαρχία, στην αυστηρή μεθοδολογία και στην αναζήτηση της αλήθειας ενώ η λογοτεχνία είναι ένα σύνθετο και δυναμικό σύστημα όπου τα είδη του λόγου συνιστούν ιμάντες μεταβίβασης ανάμεσα στην ιστορία της κοινωνίας και στην ιστορία της γλώσσας. Και τα δύο πεδία λοιπόν, για να το πούμε πιο απλά, δρουν παράλληλα και ενίοτε τέμνονται.

Αυτό που είναι σαφές είναι ότι η ιστορική έρευνα αντιμετωπίζει τα λογοτεχνικά κείμενα ως «μνημεία», ως υλικό μέσω του οποίου μπορεί να γίνει πιο κατανοητό το παρελθόν. Αλλά και η λογοτεχνία χρησιμοποιεί την ιστορική έρευνα για να προσδώσει στα μυθοπλαστικά έργα της την αναγκαία διάσταση της αληθοφάνειας. Αξίζει  να τονιστεί ότι -σε αντίθεση με τους ιστορικούς- οι μυθιστοριογράφοι επινοούν τα όντα της μυθοπλασίας ακόμα και όταν επιλέγουν τη χρήση του πρώτου ενικού προσώπου. Το μυθιστόρημα δημιουργεί, δηλαδή,  ανθρώπινους τύπους για να αναδείξει παράλληλα κοινωνικές καταστάσεις. Πιο συγκεκριμένα, μέσω ποικίλων αφηγηματικών στρατηγικών, η λογοτεχνία επιχειρεί να ανασυστήσει την ιστορική εμπειρία και να συνεισφέρει στην παραγωγή, διατήρηση και εξέλιξη της πολιτισμικής μνήμης.

Θα λέγαμε ότι η σύγχρονη πεζογραφία, ειδικότερα, αναζητά κεντρικό ρόλο στην ευρύτερη πολιτισμική δημόσια σφαίρα, εκεί όπου δεκαετίες κυριαρχεί ο λόγος των ιστορικών, ένας λόγος «αντικειμενικός» με πολλές , ωστόσο, αποσιωπήσεις και αορατότητες... Το λογοτεχνικό έργο, όμως,   αποστασιοποιείται από την ιστορία όχι επειδή τη μεταμορφώνει σε φαντασίωση αλλά διότι οι σημασιοδοτήσεις τις οποίες μετατρέπει σε μυθοπλασία είναι ήδη αναπαραστάσεις της πραγματικότητας. Το λογοτεχνικό κείμενο, δηλαδή,  δεν αναζητά την απόλυτη αλήθεια ακόμα κι αν χρησιμοποιεί ντοκουμέντα και μεθοδολογικά εργαλεία της ιστορικής επιστήμης και κινείται με μεγάλη ελευθερία ως προς τις χρονικότητες και ως προς την ανάδειξη των κινήτρων δράσης των ατόμων. 

Επίσης, συχνά στα λεγόμενα «ιστορικά μυθιστορήματα»,  το  όποιο ιστορικό πλαίσιο παρέχει απλά ένα ρεαλιστικό υπόβαθρο στη μυθοπλασία ενώ, εξίσου συχνά, η λογοτεχνική τροπικότητα μετατρέπει ιστορικές έννοιες σε υπαρξιακά βιώματα. Υπό αυτή την έννοια οι δύο αυτές οπτικές, η ιστορική και η λογοτεχνική,  ως ανθρωπογνωστικά πεδία, τέμνονται και διαθλούν διαφορετικές όψεις τις ανθρώπινης κατάστασης και περιπέτειας. 

Επομένως, ιστορικό  και λογοτεχνικό αφήγημα μπορούν να αντιμετωπισθούν εκ παραλλήλου, στην αλληλενέργεια και συνέργειά τους, ως κείμενα που διαλέγονται αποτελώντας εναλλακτικές ερμηνείες της πραγματικότητας, παραπληρωματικές ή και διϊστάμενες (σπανιότερα), οι οποίες πέρα από τις ειδολογικές και υφολογικές ιδιαιτερότητες έχουν τη δική τους ιστορικότητα, αφού παράγονται σε συγκεκριμένο κοινωνικοπολιτισμικό περιβάλλον και  μετέχουν στην ιδεολογική διαπάλη παραγωγής νοημάτων.

Μπορούμε  να αναφέρουμε σχηματικά, όσα στοιχεία έχει εντοπίσει η  Αφροδίτη Αθανασοπούλου, η οποία αναφέρει  πως  «η ιστορική θεώρηση μας επιτρέπει να βλέπουμε τα πρόσωπα και τα πράγματα πανοραμικά, ως μέλη ενός συνόλου ενώ η λογοτεχνική θεώρηση είναι εκείνη που μας επιτρέπει να βλέπουμε τα πράγματα καλειδοσκοπικά, να θεωρούμε δηλ. την πραγματικότητα ως ένα πεδίο ποικίλων, ετερόκλητων, συχνά αντικρουόμενων λόγων και πράξεων των  δρώντων υποκειμένων, από την έκβαση των οποίων καθορίζεται η κίνηση, ο «ρους» της Ιστορίας. Με δυο λόγια: η ιστορική οπτική μας δίνει τον μηχανισμό κίνησης του κοινωνικού γίγνεσθαι στη διαχρονία του ενώ η λογοτεχνική οπτική αναλύει αυτό το πλάνο στα συστατικά του μέρη, που είναι τα άτομα και τα προσωπικά τους βιώματα . Πρόκειται τρόπον τινά για εκείνο που οι αφηγηματολόγοι ορίζουν αντίστοιχα ως «θέαση με μηδενική εστίαση» και «θέαση με εσωτερική εστίαση». Εν συντομία, η  ιστορική οπτική είναι πανοραμική – μακροσκοπική ενώ η λογοτεχνική είναι ατομοκεντρική–πολυεστιακή». 

Με βάση όλα όσα συνοπτικά προαναφέρθηκαν μπορούμε να περάσουμε σε μια, εξίσου συνοπτική,επισκόπηση του βιβλίου που είναι και η αφορμή της αποψινής συνάντησης/συζήτησης.  Το «Χιόνι των Αγράφων» του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη, όπως κάθε λογοτεχνικό κείμενο, έχει παραχθεί σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο. Πραγματεύεται  λογοτεχνικά ένα τραυματικό και επίμαχο ιστορικό γεγονός, αυτό του Εμφυλίου, σε μια εποχή (χρονολογία έκδοσης, 2021) που είχαν αρχίσει να δυναμώνουν οι φωνές εκείνων που ισχυρίζονταν πως ό,τι είχε να ειπωθεί για την Κατοχή και τον Εμφύλιο ειπώθηκε από την μεταπολεμική γενιά. Αφού, δηλαδή,  έγραψαν ο Κοτζιάς, ο Φραγκιάς, ο Βαλτινός κ.ά., δεν χρειάζεται να «ξαναξύνουμε» τις πληγές. Ανάλογες θέσεις διατυπώθηκαν και πρόσφατα… Νομίζω ότι ήταν/ είναι προφανής η προσπάθεια όχι μόνο λογοκρισίας αλλά και κανονικοποίησης  των θεμάτων που «οφείλουν» να πραγματεύονται οι λογοτέχνες. Ευτυχώς, όμως, η Τέχνη δεν μπαίνει στα προκρούστεια μέτρα όσων θεωρούν εαυτούς αρμόδιους να καθυπαγορεύσουν θεματικές ή και λογοτεχνικές τεχνικές. Έτσι, όχι μόνο έχουμε το συγκεκριμένο βιβλίο στα χέρια μας αλλά και τη βράβευσή του (Βραβείο Μυθιστορήματος του περιοδικού «ο αναγνώστης», 2022). Κυρίως, όμως, έχουμε το συνεχές αξιόλογων πρόσφατων λογοτεχνικών έργων με θεματική αντλημένη από τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο , με τελευταίο το εξαιρετικό μυθιστόρημα της Ε. Χρονοπούλου «Επί σκοπώ πλουτισμού» των εκδόσεων Πόλις, με θέμα τον δωσιλογισμό, ένα θέμα ταμπού έως πρόσφατα. 

Ο Χατζημωυσιάδης, πατώντας στέρεα στο ρεαλιστικό υπόβαθρο που του προσφέρει το ιστορικό γεγονός της τραγικής πορείαςτης Ταξιαρχίας των Αόπλων της Ρούμελης και οι μαρτυρίες γύρω από αυτή, στήνει το δικό του μυθοπλαστικό σύμπαν σε ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα έξι αφηγήσεων προβάλλοντας όχι μόνο υπαρξιακά βιώματα αλλά και πολιτικές διερωτήσεις γύρω από τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς και τον εγκλεισμό που επιβάλλουν στα υποκείμενα. Το ιστορικό πλαίσιο αναφέρεται σε μια -εν πολλοίς άγνωστη- πτυχή της εμφύλιας περιπέτειας, όταν τον Φλεβάρη του 1948 πραγματοποιήθηκε από τον ΔΣΕ πορεία περίπου 1300 νεοσυλλέκτων προκειμένου να φτάσουν στις περιοχές του Γράμμου και να στελεχώσουν τις μάχιμες μονάδες. Η ταξιαρχία, με αρχηγό τον υποστράτηγο του ΔΣΕ Γιώργη Γούσια, κατέληξε μεν στον Γράμμο, με τεράστιες απώλειες ωστόσο. Πρόκειται, δηλαδή, για μια αυτοκτονική πορεία ανθρώπων που είχαν υποστεί ήδη τη βία του πολέμου, των παρακρατικών αλλά και ανθρώπων που η βία βρισκόταν μέσα στην οικογένειά τους. Τα πρόσωπα που παρελαύνουν, οι μυθιστορηματικοί ήρωες και ηρωίδες του Χατζημωυσιάδη δεν βρίσκονται  εγκλωβισμένοι/-ες  μόνο σε μια αδιέξοδη πορεία θανάτου αλλά και σε υπαρξιακές συνθήκες οικουμενικές και διαχρονικές, όπως είναι ο ανεκπλήρωτος έρωτας ή οι πολιτικές διαψεύσεις και ματαιώσεις- παρά την ειλικρινή πίστη και προσπάθεια επίτευξης πανανθρώπινων ιδανικών. Πορεύονται, παρά τις αντιξοότητες, προς τη δική τους γη της Επαγγελίας, την «Ελεύθερη Ελλάδα».

Θεωρώ ότι ο Χατζημωυσιάδης, με έρεισμα το συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός,  πραγματεύεται δεξιοτεχνικά το θέμα της εξουσίας. Με όρους φουκωικούς θα έλεγα ότι πραγματεύεται λογοτεχνικά  τη βιοπολιτική, δηλαδή την κανονικοποίηση του ανθρώπινου σώματος (ιδίως στην πρώτη αφήγηση του μυθιστορήματος). Εδώ να αναφέρω εν συντομία έναν ορισμό της βιοεξουσίας: Η βιο-εξουσία ορίζεται από τον Foucault ως μια ολοένα αυξανόμενη καθυπόταξη σωμάτων προς χάριν της επίτευξης μεγαλύτερης χρησιμότητας, αποτελεσματικότητας και παραγωγικότητας.

Πραγματεύεται, όμως, επίσης, στον χαρακτήρα  του Γούσια, και ζητήματα πειθαρχικής εξουσίας καθώς το τάγμα δεν είναι παρά ένας κινούμενος στρατώνας. Τονίζεται, επομένως, η ιεράρχηση καθώς οποιαδήποτε απόκλιση ποινικοποιείται (ας θυμηθούμε την πρώτη αφήγηση του μυθιστορήματος). Και η αντίφαση: Η πορεία των αόπλων είναι μια απέλπιδα προσπάθεια να φτάσουν στην Ελευθερία ενώ ήδη είναι καθυποταγμένοι σε κομματικούς μηχανισμούς που εκπροσωπούνται από έναν βίαιο ηγέτη. Στα σώματά τους, σώματα που ανήκουν πλέον στο κόμμα,  ασκούνται καθημερινά ρυθμιστικοί μηχανισμοί εξουσίας, δηλαδή μηχανισμοί διαρκούς πειθάρχησης. Πάντα κάποιος «εσωτερικός εχθρός» (θα) καραδοκεί για να κάνει ακόμα πιο αναγκαίο τον έλεγχο, ακόμα πιο αναγκαίο τον ηγέτη. 

Αυτό που μας λέει ο Foucault - και το αφουγκραζόμαστε κάτω από το κείμενο του Χατζημωυσιάδη- είναι ότι οι κοινωνικές σχέσεις είναι πάντα σχέσεις εξουσίας που εν δυνάμει μετεξελίσσονται  σε σχέσεις κυριαρχίας. Όμως, σε συνθήκες κυριαρχίας η ελευθερία  εξαλείφεται. Οι καταστάσεις κυριαρχίας είναι  σχέσεις εξουσίας που έχουν παγιωθεί, ώστε να είναι διαρκώς ασύμμετρες και να μην αφήνουν παρά ένα εξαιρετικά στενό περιθώριο ελευθερίας ή κανένα περιθώριο. Σε τι συνίσταται η ελευθερία κατά τον ίδιο διανοητή; Ελευθερία, για τον Foucault, σημαίνει μια ηθική μόνιμης αντίστασης στην υπαρκτή κυριαρχία ή  στην πιθανότητα επανόδου της και μια διαρκής διεύρυνση των ορίων του παρόντος. Η ελευθερία, δηλαδή,  είναι ένας αέναος αγώνας, μια διαρκής εργασία πάνω στα όρια του παρόντος η οποία προσβλέπει στη διαστολή ή στην άρση τους στο μέτρο του δυνατού. Πώς εμφανίζονται όμως τα πρόσωπα στο μυθιστόρημα αυτό, πρόσωπα που προσβλέπουν στην «Ελεύθερη Ελλάδα»;

Οι ήρωες και οι ηρωίδες που κινούνται σε αυτή την πορεία του σπονδυλωτού μυθιστορήματος είναι απλοί,  καθημερινοί άνθρωποι, ευάλωτοι στην πλειοψηφία τους (ταξικά και  έμφυλα, κυρίως), που δέχονται την πειθάρχηση στον κομματικό μηχανισμό λόγω της βαθιάς τους πίστης σε έναν πιο δίκαιο κόσμο. Εξουθενωμένα πλάσματα αλλά βαθύτατα πεπεισμένα ότι αυτή η πορεία έχει νόημα γιατί έχει σκοπό. Ελάχιστοι/-ες επιζούν κουβαλώντας, ωστόσο,  το τραύμα όλων των συμβάντων που έζησαν αλλά και το τραύμα/ τις ενοχές αν θέλετε/ότι εκείνοι/-ες επέζησαν. Θα μπορούσαν οι ιστορίες τους να είναι το υλικό μιας άλλης αφήγησης, εξίσου ενδιαφέρουσας: αυτής των επιζώντων που έζησαν τις μετεμφυλιακές περιπέτειες και που κάποιοι αργότερα αναστοχάσθηκαν για την πορεία τους, όχι την ιδεολογική αλλά αυτή που τους κατέστησε εξαρτήματα εξουσιαστικών μηχανισμών. 

 Η τραγική πορεία αυτών των αφανών και το άδικο τέλος τους μας φέρνει στο μυαλό τις πρόσφατες συγκλονιστικές φωτογραφίες από τις εκτελέσεις στην Καισαριανή. Ηρωικά σώματα που πέφτουν με αυτοθυσία για έναν καλύτερο κόσμο, με τη γροθιά υψωμένη, έμπλεοι πατριωτισμού. Έτσι, βέβαια,  δεν πρόλαβαν να ζήσουν διαψεύσεις όπως αυτές που έζησε π.χ. ο Χρόνης Μίσσιος μετά από τα βασανιστήρια και την ψυχική εξουθένωση των 21 χρόνων εγκλεισμού του στις φυλακές που τις κατέγραψε στο αριστουργηματικό  «Καλά , εσύ σκοτώθηκες νωρίς». 

Διαβάζω ένα απόσπασμα:

Σου γράφω, όχι από τις φυλακές της Κέρκυρας, απ' την Αθήνα σου γράφω, σχετικά ελεύθερος... Όχι, δεν είμαι αδειούχος, νόμιμα και μόνιμα πολιορκημένος είμαι. Τέλος, δεν έχει σημασία από που σου γράφω, λίγο πολύ παντού το ίδιο είναι, φυλακή, τρελάδικο, κόμμα, κοινωνία... Ούτε μέσα σου δεν μπορείς να 'σαι πια. Όμως είσαι τόσο μόνος, σαν να πας κάθε πρωί για εκτέλεση... Θέλω να σου μιλήσω για τα παλιά, για την παρέα. Εσύ ήσουνα τυχερός, πέθανες τότε, και μάλιστα από σφαίρα. Εμείς, άσ' τα, σαν κότες μας σεργιανάγανε από κοτέτσι σε κοτέτσι: Κέρκυρα, Γεντί Κουλέ, Αβέρωφ, Αίγινα, Γυάρο, Αλικαρνασσό, Μακρονήσι, Άι-Στράτη... Από γεωγραφία γίναμε ατσίδες, άσ' τα, κι από επαναστατική διαπαιδαγώγηση, που λένε, δεν πήγαμε πίσω... Να δεις αγώνες μελετημένους κάθε φορά που χάναμε και μπαίναμε στο κοτέτσι, να σου φύγει το καφάσι. Κάτι απεργίες πείνας τρελές, πέντε λεπτά παράταση στο άνοιγμα των κελιών, για να μας παίρνουν το πρωί και όχι αποβραδίς για εκτέλεση, και άλλα. Τους γαμήσαμε τη μάνα, που λένε... Τι να σου πω, κάθε φορά που χάναμε και μπαίναμε στο κοτέτσι, βρίσκαμε το... επαναστατικό μας περιεχόμενο. Κι από χαφιέδες, άλλο πράμα, τι να σου πω. Περίεργοι άνθρωποι, αλήθεια. Εμείς βέβαια τους είχαμε απομονωμένους, τους βρίζαμε, γενικά τους κάναμε τη ζωή δύσκολη, αλλά αυτοί εκεί, μαζί μας, στη φυλακή, στο ξύλο, στην πείνα, στο εκτελεστικό απόσπασμα, τι να σ' τα λέω... Βέβαια, μετά από κάποια ολομέλεια, άλλοι αποκατασταίνονταν και κάποιοι άλλοι γίνονταν χαφιέδες... βλέπεις, δεν μπορούσαμε να κάνουμε χωρίς αυτούς, μας είχαν γίνει απαραίτητοι. Χέσ' τα τώρα, τι σε ζαλίζω μ' αυτά, ξέρεις, της κοντής ψωλής, τα μαλλιά της φταίνε...

Πολλοί λογοτέχνες εκείνης της γενιάς, δυστυχώς, όπως και ο Χρόνης Μίσσιος, βίωσαν από το μετεμφυλιακό κράτος των νικητών του Εμφυλίου σπαραγμού  όχι μόνο  τις συνέπειες της στράτευσής τους αλλά ακόμα και την κομματική  απαξίωση - μη συμμορφούμενοι με τις επιταγές του Κόμματος. Ας θυμηθούμε ενδεικτικά τον εξαιρετικό Σωτήρη Πατατζή.

Κι επανερχόμαστε στο παρόν… Στους σύγχρονους και στις σύγχρονες συγγραφείς που καταπιάνονται με τα τραύματα της κατοχικής και εμφυλιακής περιόδου αναλαμβάνοντας την ευθύνη να παρέμβουν δυναμικά στο σήμερα καταθέτοντας πτυχές της ιστορίας με τρόπο λογοτεχνικό, δηλαδή σημαντικά παρεμβατικό.  Αναλαμβάνουν δηλαδή την ευθύνη να διασώσουν την τραυματική μνήμη και να αποδώσουν μέσω αυτής δικαιοσύνη. Ευτυχώς, το παρελθόν επανέρχεται με την ανάδειξη αποσιωποιημένων πτυχών του. Η ιστορία, ως εθνικό συλλογικό όραμα υποχωρεί σε πιο προσωπικές καταβυθίσεις στη μνήμη. Άρα υποχωρεί η αίσθηση που πηγάζει από την ιστορική επιστήμη ότι το παρελθόν είναι συντελεσμένο, αποστασιοποιημένο, αρραγές και εγείρεται , μέσω της τέχνης, η μεταμνήμη, διαμορφώνοντας εκ νέου το παρελθόν (εδώ να διασαφηνίσω ότι ο όρος μεταμνήμη, όρος που εισήγαγε η Μαριάνε Χιρς, σημαίνει έναν τρόπο μνήμης που διατρέχει τις γενιές βασιζόμενος στην αναδρομική ανασύνθεση και στον απόηχο συλλογικών τραυμάτων). Έχουμε, δηλαδή, μέσω των λογοτεχνικών αφηγήσεων τη συνειδητή αναμόχλευση του παρελθόντος. Ενός παρελθόντος, που ευτυχώς, παραμένει απρόβλεπτο.

Ολοκληρώνοντας, ο Χατζημωυσιάδης αφηγηματοποιεί ένα τραύμα που ο ίδιος δεν έζησε. Αυτό του Εμφυλίου. Είναι ο τρόπος του όμως να αναδείξει το ανεπούλωτο τραύμα της δεύτερης γενιάς, αυτής που δεν βίωσε η ίδια τα γεγονότα αλλά είναι φορέας του τραύματος και παρουσιάζει τις τραυματικές μνήμες της προηγούμενης γενιάς υπό το πρίσμα  μιας μεταμνημονικής θέσης. Με τον τρόπο αυτό επιχειρεί την αποκατάσταση της  συνέχειας παρελθόντος- παρόντος, μέσα από τη συνάντηση , έστω και μυθοπλαστική, προσώπων και γενεών. Μια συνάντηση που μπορεί να συγχέει το γεγονός με τη μυθοπλασία αλλά που τελικά ανασύρει από την αφάνεια ένα αναγκαίο ηθικό παράδειγμα. Το παράδειγμα αυτών των ανθρώπων,των αγνών ιδεολόγων, που μαζί με τους εκτελεσθέντες της Καισαριανής -κι όχι μόνο- συναπαρτίζουν ως μορφές ένα «εικονοστάσι». Ένα αναγκαίο στις μέρες μας «εικονοστάσι» μιας Αριστεράς που όλο και πιο συχνά δυσφημίζεται (πολλές φορές υπ΄ ευθύνη της, δυστυχώς) ή και δαιμονοποιείται,καθώς  επελαύνει παγκόσμια η ακροδεξιά και οι πολλαπλές παραφυάδες της…




.



 "Ψηλαφώντας τα τραύματα της Ιστορίας"
Παρουσίαση του βιβλίου "Το Χιόνι των Αγράφων" 
του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη 



Το Σάββατο 14 Μαρτίου, η Στάση στο Καλαμάκι, σε συνεργασία με το βιβλιοπωλείο Ad Libitum, προσκάλεσε εκλεκτούς φίλους σε μια ιδιαίτερη εκδήλωση.

Με αφορμή το σπονδυλωτό μυθιστόρημα του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη Το χιόνι των Αγράφων (εκδ. Κίχλη, 2021), ανοίξαμε έναν διάλογο για τη σχέση Ιστορίας και Λογοτεχνίας, για την Αριστερά και το αποτύπωμα της ιστορικής μνήμης στο σήμερα.

Η ιστορικός Κική Σακκά εστίασε στο ιστορικό πλαίσιο του μυθιστορήματος, την εποχή του Εμφυλίου, μέσα από μια ενδελεχή παρουσίαση και ανάλυση των γεγονότων.

Η φιλόλογος και ιστορικός Ελένη Πατσιατζή εμβάθυνε στη δομική σύνδεση λογοτεχνίας και ιστορίας, στην αποκατάσταση, μέσω της λογοτεχνίας, του παρελθόντος στο παρόν, και στο διαγενεακό τραύμα.

Τέλος, ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης αναφέρθηκε στα διάφορα στάδια της έρευνας και της δημιουργίας του βιβλίου του, επισήμανε τις ειδικές δυσκολίες που παρουσιάζει η συγγραφή ενός λογοτεχνικού έργου με ιστορικό θέμα, και συνομίλησε με το κοινό που παρακολουθούσε με ενδιαφέρον. 

Με βαθύ συναίσθημα η φιλόλογος Αγγελική Τσάτση, επιφορτισμένη με τον συντονισμό της συζήτησης, κατέθεσε τις αναμνήσεις της από την παιδική της ηλικία και τα πέτρινα χρόνια της μετεμφυλιακής περιόδου στα χωριά της Ηπείρου από όπου κατάγεται.

Καίριες παρατηρήσεις και εύστοχα σχόλια διατύπωσαν στις παρεμβάσεις τους και πολλοί φίλοι και φίλες που παρακολούθησαν την εκδήλωση. 

Σας ευχαριστούμε όλους και όλες για τη συμβολή σας στην επιτυχία αυτής της εκδήλωσης και συνεχίζουμε με νέες πρωτοβουλίες.





Κική Σακκά 


Ελένη Πατσιατζή 


Η Αγγελική Τσάτση με τον συγγραφέα


Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης