Οι σύνθετες σχέσεις Ιστορίας – Λογοτεχνίας, 
με αφορμή το έργο «Το Χιόνι των Αγράφων» του Π. Χατζημωυσιάδη (Κίχλη, 2021)




Εισήγηση της Ελένης Πατσιατζή στην εκδήλωση μας "Ψηλαφώντας τα τραύματα της Ιστορίας"/14.3.26


 Οι σχέσεις της Ιστορίας με τη Λογοτεχνία υπήρξαν ανέκαθεν στενές και πολυσύνθετες. Ωστόσο, τα σύνορα είναι αναγκαία. Η αριστοτέλεια διάκριση ανάμεσα στην Ποίηση και στην Ιστορία, στο ένατο κεφάλαιο της Ποιητικής, παραμένει θεμελιώδης, αν και υπήρξε σαφής διάθεση ιεράρχησης και διάκρισης υπέρ της Ποίησης, του καλλιτεχνικού λόγου θα μπορούσαμε να πούμε, κάτι, βέβαια που δε χαροποιεί ιδιαίτερα τους ιστορικούς…

Αξίζει να εκκινήσουμε από τη διαπίστωση ότι η  λογοτεχνία βρίσκεται σε ώσμωση με το περιβάλλον στο οποίο δημιουργείται, όπως άλλωστε  και η ιστορία. Η ιστορία, ωστόσο, επιμένει στην ανάγκη τεκμηρίωσης, καταγραφής των γεγονότων με έμφαση στην επιστημονική πειθαρχία, στην αυστηρή μεθοδολογία και στην αναζήτηση της αλήθειας ενώ η λογοτεχνία είναι ένα σύνθετο και δυναμικό σύστημα όπου τα είδη του λόγου συνιστούν ιμάντες μεταβίβασης ανάμεσα στην ιστορία της κοινωνίας και στην ιστορία της γλώσσας. Και τα δύο πεδία λοιπόν, για να το πούμε πιο απλά, δρουν παράλληλα και ενίοτε τέμνονται.

Αυτό που είναι σαφές είναι ότι η ιστορική έρευνα αντιμετωπίζει τα λογοτεχνικά κείμενα ως «μνημεία», ως υλικό μέσω του οποίου μπορεί να γίνει πιο κατανοητό το παρελθόν. Αλλά και η λογοτεχνία χρησιμοποιεί την ιστορική έρευνα για να προσδώσει στα μυθοπλαστικά έργα της την αναγκαία διάσταση της αληθοφάνειας. Αξίζει  να τονιστεί ότι -σε αντίθεση με τους ιστορικούς- οι μυθιστοριογράφοι επινοούν τα όντα της μυθοπλασίας ακόμα και όταν επιλέγουν τη χρήση του πρώτου ενικού προσώπου. Το μυθιστόρημα δημιουργεί, δηλαδή,  ανθρώπινους τύπους για να αναδείξει παράλληλα κοινωνικές καταστάσεις. Πιο συγκεκριμένα, μέσω ποικίλων αφηγηματικών στρατηγικών, η λογοτεχνία επιχειρεί να ανασυστήσει την ιστορική εμπειρία και να συνεισφέρει στην παραγωγή, διατήρηση και εξέλιξη της πολιτισμικής μνήμης.

Θα λέγαμε ότι η σύγχρονη πεζογραφία, ειδικότερα, αναζητά κεντρικό ρόλο στην ευρύτερη πολιτισμική δημόσια σφαίρα, εκεί όπου δεκαετίες κυριαρχεί ο λόγος των ιστορικών, ένας λόγος «αντικειμενικός» με πολλές , ωστόσο, αποσιωπήσεις και αορατότητες... Το λογοτεχνικό έργο, όμως,   αποστασιοποιείται από την ιστορία όχι επειδή τη μεταμορφώνει σε φαντασίωση αλλά διότι οι σημασιοδοτήσεις τις οποίες μετατρέπει σε μυθοπλασία είναι ήδη αναπαραστάσεις της πραγματικότητας. Το λογοτεχνικό κείμενο, δηλαδή,  δεν αναζητά την απόλυτη αλήθεια ακόμα κι αν χρησιμοποιεί ντοκουμέντα και μεθοδολογικά εργαλεία της ιστορικής επιστήμης και κινείται με μεγάλη ελευθερία ως προς τις χρονικότητες και ως προς την ανάδειξη των κινήτρων δράσης των ατόμων. 

Επίσης, συχνά στα λεγόμενα «ιστορικά μυθιστορήματα»,  το  όποιο ιστορικό πλαίσιο παρέχει απλά ένα ρεαλιστικό υπόβαθρο στη μυθοπλασία ενώ, εξίσου συχνά, η λογοτεχνική τροπικότητα μετατρέπει ιστορικές έννοιες σε υπαρξιακά βιώματα. Υπό αυτή την έννοια οι δύο αυτές οπτικές, η ιστορική και η λογοτεχνική,  ως ανθρωπογνωστικά πεδία, τέμνονται και διαθλούν διαφορετικές όψεις τις ανθρώπινης κατάστασης και περιπέτειας. 

Επομένως, ιστορικό  και λογοτεχνικό αφήγημα μπορούν να αντιμετωπισθούν εκ παραλλήλου, στην αλληλενέργεια και συνέργειά τους, ως κείμενα που διαλέγονται αποτελώντας εναλλακτικές ερμηνείες της πραγματικότητας, παραπληρωματικές ή και διϊστάμενες (σπανιότερα), οι οποίες πέρα από τις ειδολογικές και υφολογικές ιδιαιτερότητες έχουν τη δική τους ιστορικότητα, αφού παράγονται σε συγκεκριμένο κοινωνικοπολιτισμικό περιβάλλον και  μετέχουν στην ιδεολογική διαπάλη παραγωγής νοημάτων.

Μπορούμε  να αναφέρουμε σχηματικά, όσα στοιχεία έχει εντοπίσει η  Αφροδίτη Αθανασοπούλου, η οποία αναφέρει  πως  «η ιστορική θεώρηση μας επιτρέπει να βλέπουμε τα πρόσωπα και τα πράγματα πανοραμικά, ως μέλη ενός συνόλου ενώ η λογοτεχνική θεώρηση είναι εκείνη που μας επιτρέπει να βλέπουμε τα πράγματα καλειδοσκοπικά, να θεωρούμε δηλ. την πραγματικότητα ως ένα πεδίο ποικίλων, ετερόκλητων, συχνά αντικρουόμενων λόγων και πράξεων των  δρώντων υποκειμένων, από την έκβαση των οποίων καθορίζεται η κίνηση, ο «ρους» της Ιστορίας. Με δυο λόγια: η ιστορική οπτική μας δίνει τον μηχανισμό κίνησης του κοινωνικού γίγνεσθαι στη διαχρονία του ενώ η λογοτεχνική οπτική αναλύει αυτό το πλάνο στα συστατικά του μέρη, που είναι τα άτομα και τα προσωπικά τους βιώματα . Πρόκειται τρόπον τινά για εκείνο που οι αφηγηματολόγοι ορίζουν αντίστοιχα ως «θέαση με μηδενική εστίαση» και «θέαση με εσωτερική εστίαση». Εν συντομία, η  ιστορική οπτική είναι πανοραμική – μακροσκοπική ενώ η λογοτεχνική είναι ατομοκεντρική–πολυεστιακή». 

Με βάση όλα όσα συνοπτικά προαναφέρθηκαν μπορούμε να περάσουμε σε μια, εξίσου συνοπτική,επισκόπηση του βιβλίου που είναι και η αφορμή της αποψινής συνάντησης/συζήτησης.  Το «Χιόνι των Αγράφων» του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη, όπως κάθε λογοτεχνικό κείμενο, έχει παραχθεί σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο. Πραγματεύεται  λογοτεχνικά ένα τραυματικό και επίμαχο ιστορικό γεγονός, αυτό του Εμφυλίου, σε μια εποχή (χρονολογία έκδοσης, 2021) που είχαν αρχίσει να δυναμώνουν οι φωνές εκείνων που ισχυρίζονταν πως ό,τι είχε να ειπωθεί για την Κατοχή και τον Εμφύλιο ειπώθηκε από την μεταπολεμική γενιά. Αφού, δηλαδή,  έγραψαν ο Κοτζιάς, ο Φραγκιάς, ο Βαλτινός κ.ά., δεν χρειάζεται να «ξαναξύνουμε» τις πληγές. Ανάλογες θέσεις διατυπώθηκαν και πρόσφατα… Νομίζω ότι ήταν/ είναι προφανής η προσπάθεια όχι μόνο λογοκρισίας αλλά και κανονικοποίησης  των θεμάτων που «οφείλουν» να πραγματεύονται οι λογοτέχνες. Ευτυχώς, όμως, η Τέχνη δεν μπαίνει στα προκρούστεια μέτρα όσων θεωρούν εαυτούς αρμόδιους να καθυπαγορεύσουν θεματικές ή και λογοτεχνικές τεχνικές. Έτσι, όχι μόνο έχουμε το συγκεκριμένο βιβλίο στα χέρια μας αλλά και τη βράβευσή του (Βραβείο Μυθιστορήματος του περιοδικού «ο αναγνώστης», 2022). Κυρίως, όμως, έχουμε το συνεχές αξιόλογων πρόσφατων λογοτεχνικών έργων με θεματική αντλημένη από τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο , με τελευταίο το εξαιρετικό μυθιστόρημα της Ε. Χρονοπούλου «Επί σκοπώ πλουτισμού» των εκδόσεων Πόλις, με θέμα τον δωσιλογισμό, ένα θέμα ταμπού έως πρόσφατα. 

Ο Χατζημωυσιάδης, πατώντας στέρεα στο ρεαλιστικό υπόβαθρο που του προσφέρει το ιστορικό γεγονός της τραγικής πορείαςτης Ταξιαρχίας των Αόπλων της Ρούμελης και οι μαρτυρίες γύρω από αυτή, στήνει το δικό του μυθοπλαστικό σύμπαν σε ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα έξι αφηγήσεων προβάλλοντας όχι μόνο υπαρξιακά βιώματα αλλά και πολιτικές διερωτήσεις γύρω από τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς και τον εγκλεισμό που επιβάλλουν στα υποκείμενα. Το ιστορικό πλαίσιο αναφέρεται σε μια -εν πολλοίς άγνωστη- πτυχή της εμφύλιας περιπέτειας, όταν τον Φλεβάρη του 1948 πραγματοποιήθηκε από τον ΔΣΕ πορεία περίπου 1300 νεοσυλλέκτων προκειμένου να φτάσουν στις περιοχές του Γράμμου και να στελεχώσουν τις μάχιμες μονάδες. Η ταξιαρχία, με αρχηγό τον υποστράτηγο του ΔΣΕ Γιώργη Γούσια, κατέληξε μεν στον Γράμμο, με τεράστιες απώλειες ωστόσο. Πρόκειται, δηλαδή, για μια αυτοκτονική πορεία ανθρώπων που είχαν υποστεί ήδη τη βία του πολέμου, των παρακρατικών αλλά και ανθρώπων που η βία βρισκόταν μέσα στην οικογένειά τους. Τα πρόσωπα που παρελαύνουν, οι μυθιστορηματικοί ήρωες και ηρωίδες του Χατζημωυσιάδη δεν βρίσκονται  εγκλωβισμένοι/-ες  μόνο σε μια αδιέξοδη πορεία θανάτου αλλά και σε υπαρξιακές συνθήκες οικουμενικές και διαχρονικές, όπως είναι ο ανεκπλήρωτος έρωτας ή οι πολιτικές διαψεύσεις και ματαιώσεις- παρά την ειλικρινή πίστη και προσπάθεια επίτευξης πανανθρώπινων ιδανικών. Πορεύονται, παρά τις αντιξοότητες, προς τη δική τους γη της Επαγγελίας, την «Ελεύθερη Ελλάδα».

Θεωρώ ότι ο Χατζημωυσιάδης, με έρεισμα το συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός,  πραγματεύεται δεξιοτεχνικά το θέμα της εξουσίας. Με όρους φουκωικούς θα έλεγα ότι πραγματεύεται λογοτεχνικά  τη βιοπολιτική, δηλαδή την κανονικοποίηση του ανθρώπινου σώματος (ιδίως στην πρώτη αφήγηση του μυθιστορήματος). Εδώ να αναφέρω εν συντομία έναν ορισμό της βιοεξουσίας: Η βιο-εξουσία ορίζεται από τον Foucault ως μια ολοένα αυξανόμενη καθυπόταξη σωμάτων προς χάριν της επίτευξης μεγαλύτερης χρησιμότητας, αποτελεσματικότητας και παραγωγικότητας.

Πραγματεύεται, όμως, επίσης, στον χαρακτήρα  του Γούσια, και ζητήματα πειθαρχικής εξουσίας καθώς το τάγμα δεν είναι παρά ένας κινούμενος στρατώνας. Τονίζεται, επομένως, η ιεράρχηση καθώς οποιαδήποτε απόκλιση ποινικοποιείται (ας θυμηθούμε την πρώτη αφήγηση του μυθιστορήματος). Και η αντίφαση: Η πορεία των αόπλων είναι μια απέλπιδα προσπάθεια να φτάσουν στην Ελευθερία ενώ ήδη είναι καθυποταγμένοι σε κομματικούς μηχανισμούς που εκπροσωπούνται από έναν βίαιο ηγέτη. Στα σώματά τους, σώματα που ανήκουν πλέον στο κόμμα,  ασκούνται καθημερινά ρυθμιστικοί μηχανισμοί εξουσίας, δηλαδή μηχανισμοί διαρκούς πειθάρχησης. Πάντα κάποιος «εσωτερικός εχθρός» (θα) καραδοκεί για να κάνει ακόμα πιο αναγκαίο τον έλεγχο, ακόμα πιο αναγκαίο τον ηγέτη. 

Αυτό που μας λέει ο Foucault - και το αφουγκραζόμαστε κάτω από το κείμενο του Χατζημωυσιάδη- είναι ότι οι κοινωνικές σχέσεις είναι πάντα σχέσεις εξουσίας που εν δυνάμει μετεξελίσσονται  σε σχέσεις κυριαρχίας. Όμως, σε συνθήκες κυριαρχίας η ελευθερία  εξαλείφεται. Οι καταστάσεις κυριαρχίας είναι  σχέσεις εξουσίας που έχουν παγιωθεί, ώστε να είναι διαρκώς ασύμμετρες και να μην αφήνουν παρά ένα εξαιρετικά στενό περιθώριο ελευθερίας ή κανένα περιθώριο. Σε τι συνίσταται η ελευθερία κατά τον ίδιο διανοητή; Ελευθερία, για τον Foucault, σημαίνει μια ηθική μόνιμης αντίστασης στην υπαρκτή κυριαρχία ή  στην πιθανότητα επανόδου της και μια διαρκής διεύρυνση των ορίων του παρόντος. Η ελευθερία, δηλαδή,  είναι ένας αέναος αγώνας, μια διαρκής εργασία πάνω στα όρια του παρόντος η οποία προσβλέπει στη διαστολή ή στην άρση τους στο μέτρο του δυνατού. Πώς εμφανίζονται όμως τα πρόσωπα στο μυθιστόρημα αυτό, πρόσωπα που προσβλέπουν στην «Ελεύθερη Ελλάδα»;

Οι ήρωες και οι ηρωίδες που κινούνται σε αυτή την πορεία του σπονδυλωτού μυθιστορήματος είναι απλοί,  καθημερινοί άνθρωποι, ευάλωτοι στην πλειοψηφία τους (ταξικά και  έμφυλα, κυρίως), που δέχονται την πειθάρχηση στον κομματικό μηχανισμό λόγω της βαθιάς τους πίστης σε έναν πιο δίκαιο κόσμο. Εξουθενωμένα πλάσματα αλλά βαθύτατα πεπεισμένα ότι αυτή η πορεία έχει νόημα γιατί έχει σκοπό. Ελάχιστοι/-ες επιζούν κουβαλώντας, ωστόσο,  το τραύμα όλων των συμβάντων που έζησαν αλλά και το τραύμα/ τις ενοχές αν θέλετε/ότι εκείνοι/-ες επέζησαν. Θα μπορούσαν οι ιστορίες τους να είναι το υλικό μιας άλλης αφήγησης, εξίσου ενδιαφέρουσας: αυτής των επιζώντων που έζησαν τις μετεμφυλιακές περιπέτειες και που κάποιοι αργότερα αναστοχάσθηκαν για την πορεία τους, όχι την ιδεολογική αλλά αυτή που τους κατέστησε εξαρτήματα εξουσιαστικών μηχανισμών. 

 Η τραγική πορεία αυτών των αφανών και το άδικο τέλος τους μας φέρνει στο μυαλό τις πρόσφατες συγκλονιστικές φωτογραφίες από τις εκτελέσεις στην Καισαριανή. Ηρωικά σώματα που πέφτουν με αυτοθυσία για έναν καλύτερο κόσμο, με τη γροθιά υψωμένη, έμπλεοι πατριωτισμού. Έτσι, βέβαια,  δεν πρόλαβαν να ζήσουν διαψεύσεις όπως αυτές που έζησε π.χ. ο Χρόνης Μίσσιος μετά από τα βασανιστήρια και την ψυχική εξουθένωση των 21 χρόνων εγκλεισμού του στις φυλακές που τις κατέγραψε στο αριστουργηματικό  «Καλά , εσύ σκοτώθηκες νωρίς». 

Διαβάζω ένα απόσπασμα:

Σου γράφω, όχι από τις φυλακές της Κέρκυρας, απ' την Αθήνα σου γράφω, σχετικά ελεύθερος... Όχι, δεν είμαι αδειούχος, νόμιμα και μόνιμα πολιορκημένος είμαι. Τέλος, δεν έχει σημασία από που σου γράφω, λίγο πολύ παντού το ίδιο είναι, φυλακή, τρελάδικο, κόμμα, κοινωνία... Ούτε μέσα σου δεν μπορείς να 'σαι πια. Όμως είσαι τόσο μόνος, σαν να πας κάθε πρωί για εκτέλεση... Θέλω να σου μιλήσω για τα παλιά, για την παρέα. Εσύ ήσουνα τυχερός, πέθανες τότε, και μάλιστα από σφαίρα. Εμείς, άσ' τα, σαν κότες μας σεργιανάγανε από κοτέτσι σε κοτέτσι: Κέρκυρα, Γεντί Κουλέ, Αβέρωφ, Αίγινα, Γυάρο, Αλικαρνασσό, Μακρονήσι, Άι-Στράτη... Από γεωγραφία γίναμε ατσίδες, άσ' τα, κι από επαναστατική διαπαιδαγώγηση, που λένε, δεν πήγαμε πίσω... Να δεις αγώνες μελετημένους κάθε φορά που χάναμε και μπαίναμε στο κοτέτσι, να σου φύγει το καφάσι. Κάτι απεργίες πείνας τρελές, πέντε λεπτά παράταση στο άνοιγμα των κελιών, για να μας παίρνουν το πρωί και όχι αποβραδίς για εκτέλεση, και άλλα. Τους γαμήσαμε τη μάνα, που λένε... Τι να σου πω, κάθε φορά που χάναμε και μπαίναμε στο κοτέτσι, βρίσκαμε το... επαναστατικό μας περιεχόμενο. Κι από χαφιέδες, άλλο πράμα, τι να σου πω. Περίεργοι άνθρωποι, αλήθεια. Εμείς βέβαια τους είχαμε απομονωμένους, τους βρίζαμε, γενικά τους κάναμε τη ζωή δύσκολη, αλλά αυτοί εκεί, μαζί μας, στη φυλακή, στο ξύλο, στην πείνα, στο εκτελεστικό απόσπασμα, τι να σ' τα λέω... Βέβαια, μετά από κάποια ολομέλεια, άλλοι αποκατασταίνονταν και κάποιοι άλλοι γίνονταν χαφιέδες... βλέπεις, δεν μπορούσαμε να κάνουμε χωρίς αυτούς, μας είχαν γίνει απαραίτητοι. Χέσ' τα τώρα, τι σε ζαλίζω μ' αυτά, ξέρεις, της κοντής ψωλής, τα μαλλιά της φταίνε...

Πολλοί λογοτέχνες εκείνης της γενιάς, δυστυχώς, όπως και ο Χρόνης Μίσσιος, βίωσαν από το μετεμφυλιακό κράτος των νικητών του Εμφυλίου σπαραγμού  όχι μόνο  τις συνέπειες της στράτευσής τους αλλά ακόμα και την κομματική  απαξίωση - μη συμμορφούμενοι με τις επιταγές του Κόμματος. Ας θυμηθούμε ενδεικτικά τον εξαιρετικό Σωτήρη Πατατζή.

Κι επανερχόμαστε στο παρόν… Στους σύγχρονους και στις σύγχρονες συγγραφείς που καταπιάνονται με τα τραύματα της κατοχικής και εμφυλιακής περιόδου αναλαμβάνοντας την ευθύνη να παρέμβουν δυναμικά στο σήμερα καταθέτοντας πτυχές της ιστορίας με τρόπο λογοτεχνικό, δηλαδή σημαντικά παρεμβατικό.  Αναλαμβάνουν δηλαδή την ευθύνη να διασώσουν την τραυματική μνήμη και να αποδώσουν μέσω αυτής δικαιοσύνη. Ευτυχώς, το παρελθόν επανέρχεται με την ανάδειξη αποσιωποιημένων πτυχών του. Η ιστορία, ως εθνικό συλλογικό όραμα υποχωρεί σε πιο προσωπικές καταβυθίσεις στη μνήμη. Άρα υποχωρεί η αίσθηση που πηγάζει από την ιστορική επιστήμη ότι το παρελθόν είναι συντελεσμένο, αποστασιοποιημένο, αρραγές και εγείρεται , μέσω της τέχνης, η μεταμνήμη, διαμορφώνοντας εκ νέου το παρελθόν (εδώ να διασαφηνίσω ότι ο όρος μεταμνήμη, όρος που εισήγαγε η Μαριάνε Χιρς, σημαίνει έναν τρόπο μνήμης που διατρέχει τις γενιές βασιζόμενος στην αναδρομική ανασύνθεση και στον απόηχο συλλογικών τραυμάτων). Έχουμε, δηλαδή, μέσω των λογοτεχνικών αφηγήσεων τη συνειδητή αναμόχλευση του παρελθόντος. Ενός παρελθόντος, που ευτυχώς, παραμένει απρόβλεπτο.

Ολοκληρώνοντας, ο Χατζημωυσιάδης αφηγηματοποιεί ένα τραύμα που ο ίδιος δεν έζησε. Αυτό του Εμφυλίου. Είναι ο τρόπος του όμως να αναδείξει το ανεπούλωτο τραύμα της δεύτερης γενιάς, αυτής που δεν βίωσε η ίδια τα γεγονότα αλλά είναι φορέας του τραύματος και παρουσιάζει τις τραυματικές μνήμες της προηγούμενης γενιάς υπό το πρίσμα  μιας μεταμνημονικής θέσης. Με τον τρόπο αυτό επιχειρεί την αποκατάσταση της  συνέχειας παρελθόντος- παρόντος, μέσα από τη συνάντηση , έστω και μυθοπλαστική, προσώπων και γενεών. Μια συνάντηση που μπορεί να συγχέει το γεγονός με τη μυθοπλασία αλλά που τελικά ανασύρει από την αφάνεια ένα αναγκαίο ηθικό παράδειγμα. Το παράδειγμα αυτών των ανθρώπων,των αγνών ιδεολόγων, που μαζί με τους εκτελεσθέντες της Καισαριανής -κι όχι μόνο- συναπαρτίζουν ως μορφές ένα «εικονοστάσι». Ένα αναγκαίο στις μέρες μας «εικονοστάσι» μιας Αριστεράς που όλο και πιο συχνά δυσφημίζεται (πολλές φορές υπ΄ ευθύνη της, δυστυχώς) ή και δαιμονοποιείται,καθώς  επελαύνει παγκόσμια η ακροδεξιά και οι πολλαπλές παραφυάδες της…




.


No comments:

Post a Comment