Κείμενο του Παν.Χατζημωυσιάδη βασισμένο σε υλικό έρευνας για το βιβλίο του "Το Χιόνι των Αγράφων"
Βράχα
«Σε
αυτήν εδώ την πλατεία» έδειξε πίσω του «με πυροβόλησαν». Μακρινός αντίλαλος η
φωνή του, σαν να ’βγαινε από σπηλιά, έσκυβα να τον ακούω, αλλά και πάλι
ζοριζόμουν. «Πέρασε η Κατοχή, ήρθε ο Εμφύλιος, τον Δεκέμβρη του ’48 με πιάσανε.
Άδειασε το σπίτι. Άφαντα τα αδέλφια μου, ο πατέρας μου είχε σκοτωθεί απ’ το
’43, έμεινε μόνη η γριά. Μ’ είχανε τότε στη Λάρισα, κουβαλούσαν κόσμο και
κοσμάκη στη Μακρόνησο. Άρχισα να το σκέφτομαι. Το κατάλαβαν οι άλλοι, μ’ είχανε
στην μπούκα. Έσκυψα τους ώμους, πήρα κι υπέγραψα. Σε δυο μέρες ήμουν πάλι στο
χωριό. Πήγαινα στη στάνη, έκανα τις δουλειές, κοιμόμουνα. Δικαίωμα δεν έδινα,
στο χωριό δεν έβγαινα, ούτε στα καφενεία ούτε στα πανηγύρια. Κανείς δεν με
πλησίαζε, λες κι είχα πανούκλα.
Ψηλά στο πόδι με χτυπήσανε. Ήθελαν να
με σκοτώσουν αλλά αστόχησαν ή να με προειδοποιήσουν ότι εδώ είμαστε, από κοντά
θα σ’ έχουμε; Οι χωροφύλακες είπαν ότι ήταν
ατύχημα. Τη μέρα εκείνη είχε βαφτίσια στην εκκλησία, ήταν συνήθεια τότε
να πυροβολάμε στον αέρα για το καλό, κάθε σπίτι είχε από ’να, δύο, τρία
κυνηγετικά όπλα, εκτός απ’ τα άλλα των μάυδων. Κυριακή πρωί, περνούσε από δίπλα
μου ο κόσμος, γυρνώντας απ’ τα βαφτίσια. Ούτε ένας δεν έσκυψε να βοηθήσει. Σηκώθηκα μονάχος, τοίχο τοίχο
γύρισα στο σπίτι, το αίμα έκανε γραμμή. Με το που ανοίγω την πόρτα, πέφτω κάτω
και λιποθυμάω. Τρέχει η γριά, με ανεβάζει στο κρεβάτι, πού τη βρήκε τόση
δύναμη. Έπλυνε την πληγή, την έδεσε. Ένα μήνα με γιατροπόρευε με μαντζούνια απ’
τα βουνά. Ψηνόμουν απ’ τον πυρετό, πού και πού άνοιγα τα μάτια, μου ’βαζε πετσέτες,
μου ’ριχνε στο στόμα το νερό. Σηκώθηκα στο τέλος. Τη σφαίρα ακόμη στο μπούτι
την έχω. Όταν πάει να βρέξει, μουδιάζει ολόκληρο το πόδι».
Τέλη Αυγούστου, είχε σχεδόν αδειάσει
το χωριό, τα πιο πολλά σπίτια ήτανε κλειστά. Είχα μαζί μου χάρτες και διαγράμματα
με τις τοποθεσίες που με ενδιέφεραν. Έψαχνα να βρω τον χώρο εκπαίδευσης των
επιστρατευμένων, τα έμπεδά τους, αν έμειναν τίποτα παραπήγματα απ’ το Αρχηγείο.
Ακολουθούσα τα μονοπάτια των κτηνοτρόφων, ξεμάκραινα αρκετά, ανέβαινα στις
πλαγιές, έφτανα μέχρι τα γειτονικά χωριά. Σε μια περίπτωση χάθηκα στο δάσος,
δυο ώρες έκανα κύκλους στο ίδιο σημείο, μια άλλη μέρα με κυνήγησαν σκυλιά, ο
τσοπάνος μ’ έσωσε απ’ τα δόντια τους. «Τι γυρεύεις μονάχος στα χαμένα;» με
ρώτησε θυμωμένος. Είχα κατακοκκινίσει απ’ τον φόβο μου, διπλώθηκα στα δύο να
πάρω μια ανάσα. Θα μπορούσα να του πω ότι γυρεύω χώρους, ανθρώπους, μνήμες,
μαρτυρίες και κυρίως έμπνευση για ένα μυθιστόρημα που ’θελα να γράψω για την
Άοπλη Ταξιαρχία Ρούμελης. Κρατούσε όμως με το ζόρι τα μαντρόσκυλά απ’ το λουρί,
δύο τεράστια θηρία που μ’ έφταναν μέχρι τη μέση, δεν νομίζω ότι τον ενδιέφεραν
οι έρευνές μου. «Μια βόλτα βγήκα να κάνω» του ’πα και γύρισα την πλάτη.
Ενάμισι χιλιόμετρο έξω απ’ τη Βράχα,
σε ένα ισιάδι της πλαγιάς ήταν σύμφωνα με τους υπολογισμούς μου ο χώρος
στρατωνισμού και εκπαίδευσης των επίστρατων, το πιο σημαντικό απ’ τα έμπεδα που
λειτούργησαν στην περιοχή, τα άλλα ήταν στο Κλειτσό, στα Χόχλια και στα Φουρνά.
Κατά βάθος είχα την ελπίδα ότι με το που θα ’φτανα στο σημείο, όλα θα ζωντάνευαν
μπροστά μου. Θα ’βλεπα έναν λόχο να εξασκείται σε αθλοπαιδιές, τον πολιτικό
επίτροπο να κάνει μαθήματα ιδεολογικής διαφώτισης, έναν καπετάνιο να δείχνει τη
χρήση των όπλων, τον Γούσια να σημειώνει κάτι πάνω σ’ έναν χάρτη. Εγώ πάλι θα
καθόμουν σ’ ένα πεσμένο πουρνάρι, θ’ άνοιγα τον φορητό μου υπολογιστή και θα
κατέγραφα ό,τι ακριβώς έβλεπα με την επιστημονική ακρίβεια και τη δημιουργική
φαντασία ενός ιστορικού μυθιστοριογράφου.
Περιττό να πω ότι διαψεύστηκα πλήρως.
Τίποτα σπουδαίο δεν εντόπισα εκεί εξόν από κάτι σκόρπιες πέτρες κι ένα ερείπιο,
αποθήκη πρέπει να ’τανε. Ξέρει καλά η φύση να κλείνει τις πληγές της, πουρνάρια
κι οξιές, βάτα κι αγριάδες κάλυπταν τα σημάδια τους. Επέστρεψα απογοητευμένος
στο χωριό. Τις επόμενες μέρες γέμιζα τις κασέτες απ’ το δημοσιογραφικό μου
κασετοφωνάκι με συνεντεύξεις, καμιά τριανταριά στο σύνολο όσες κατέγραψα, αλλά
οι πιο πολλές, πλην τριών- τεσσάρων, ήταν εκτός θέματος. Ξεκινούσα με κάποιον
γέρο ή γριά, «Ξέρεις να μου πεις, για την επιστράτευση που ’γινε εδώ πέρα το
’47;» ρωτούς, «Εγώ δεν ξέρω; Κάτσε να σου πω» απαντούσε. Έψηνε ελληνικό καφέ,
τον σερβίριζε με λουκουμάκι, άνοιγα το κασετόφωνο, άρχιζε να λέει ότι κάτι
άκουσε απ’ τον τάδε, κάτι θυμάται απ’ τον δείνα, συνέχιζε μετά για μια μάχη που
’γινε λίγο έξω απ’ το χωριό στην Κατοχή κι ύστερα άνοιγε η γλώσσα για ό,τι άλλο
ερχόταν στο μυαλό του ή στο μυαλό της απ’ τα ζυγούρια που τους έπαιρναν οι
αντάρτες μέχρι τον θείο που ’μεινε στο παραπέτασμα και απ’ τις συντάξεις που
τους κόψανε μέχρι το πώς κάνουνε το φύλλο στην πρασόπιτα. Μονάχοι άνθρωποι
παρατημένοι, ψάχνανε κάποιον να μιλήσουν, τους άφηνα με τις ώρες να λένε τα
δικά τους, έστω κι αν δεν είχανε καμία σχέση με την έρευνά μου, κουνούσα
συγκαταβατικά το κεφάλι, πού και πού χαμογελούσα, αλλά από μέσα μου έβριζα.
Εκ των υστέρων βέβαια κατάλαβα ότι
ακόμη και οι πιο άσχετες συνομιλίες διέσωζαν κάτι απ’ το κλίμα της εποχής που
δεν θα το ’βρισκα σε όσα ιστορικά βιβλία και αν διάβαζα για την Κατοχή και τον
εμφύλιο. Θυμάμαι την περίπτωση μιας γριάς, τυχαία έπεσα πάνω της, περνούσα
απέξω και την είδα καμπουριαστή να σκουπίζει την αυλή της. Μου ’βγαλε καρέκλα,
κάθισε αντίκρυ, πολύ-πολύ την αγάπησα που δεν επέμεινε να με τρατάρει, Χ. Γ.
έχω σημειωμένο το όνομά της στην κασέτα. Δεν είμαι σίγουρος αν κατάλαβε τι
ακριβώς ζητούσα, πάντως κούνησε το κεφάλι κι άρχισε να λέει.
«Πρωί-πρωί πρωί ξυπνάω, ταΐζω τις κότες, σκουπίζω λίγο την αυλή,
συγυρίζω την κουζίνα. Μεσημέρι ζεσταίνω την κατσαρόλα στη σόμπα, μετά πιάνω μια
γωνία στο αναμμένο τζάκι, κάθομαι και χωρίς να θέλω κλωθογυρίζω στο μυαλό μου
τα παλιά. Τρία χρόνια στο ’να αντάρτικο, άλλα τόσα – ίσως και παραπάνω, στ’
άλλο. Τριάντα χρόνια όξου. Τασκένδη, Βουκουρέστι, Αθήνα, Βράχα. Ένας αδελφός
που ’χα, Ανέστης στ’ όνομα, χαμένος στα βουνά. Μέχρι που να πεθάνει η
μάνα μου, ρωτούσε κάθε μέρα αν γύρισε ο Ανέστης. Ένα παιδί στη Ρωσία, Ανέστης
κι αυτός στο όνομα, ούτε θυμάμαι πότε τον είδα τελευταία φορά. Η κόρη μου
παντρεμένη είναι στη Θεσσαλονίκη. Δυο, τρία, τέσσερα παιδιά έχει; Θα σε γελάσω.
Ο άντρας μου είκοσι χρόνια τώρα πεθαμένος. Κάθε Κυριακή πρωί πάω κι ανάβω το
καντήλι του στα μνήματα, βάνω πάντα κι ένα δεύτερο του Ανεστάκου. Κι έτσι όπως
με πιάνουνε οι στεναχώριες, λέω από μέσα μου αχάριστη μην είμαι. Γιατί και την
παρέα μου την έχω και τις ασχολίες μου τις κάνω και τα αστεία μου τα λέω.
Σηκώνομαι τότες και παίρνω τη ρόκα, το μαλλί, να γνέψω. Ζακετούλες, καλτσούνια,
φούστες, μεσοφόρια και γαντάκια. Να μην κρυώνουν τα παιδιά, όπως θα τριγυρνάνε
στους δρόμους και θα τσαλαβουτάνε στα νερά. Κάθε Φλεβάρη μήνα έρχονται και με
βρίσκουν, προτού να ανθίσουνε οι μυγδαλιές
και γεμίσουν οι πλαγιές με μαργαρίτες. Ο Γιωργής, ο Κωνσταντής, ο
αδελφός μου ο Ανεστάκης, η Μαλάμω, το Λενιώ, η φιλενάδα μου η Σωτηρία, που ’χε
έναν δίδυμο αδελφό κι έμενε εδώ πιο κάτω στα χαλάσματα με τον πατέρα της τον
αχαΐρευτο και τη σιγανή της μάνα, ο Αλέξης, που με αγαπούσε και όλου έλεγε ότι
θα με κλέψει όταν μεγαλώσει, η μικρή Αναστασία, της νονάς μου η κόρη. Κι άλλοι
κι άλλοι κι άλλοι πολλοί ακόμη, που ούτε ξέρω τα ονόματά τους. “Τι θέλετε εδώ
και μου ’ρχεστε;” ρωτάω για να τους πειράξω. “Να ζεστάνουμε το κοκαλάκι μας,
έχουμε πολύ δρόμο μέχρι να πάμε στην Ελεύθερη Ελλάδα” λένε. Σωπαίνουνε για λίγο
και ύστερα κοιτιούνται αναμεταξύ τους, “Αχ βρε καημένη, Γεωργίτσα, εξήντα τόσα
χρόνια έχουν περάσει από τότες. Δεν βαρέθηκες ακόμη τα ίδια και τα ίδια να
ρωτάς;” Σκύβω εγώ το κεφάλι, “ Αν βαρεθώ, πάει, χαθήκατε και εσείς. Δεν κάνει
μονάχη να μιλάω”. Τότε αυτοί…».
Σηκώνομαι, δεν καταλαβαίνει ότι φεύγω.
Βγαίνω απ’ την αυλή, ακούω ακόμη τη φωνή της. Στρίβω στον άλλο δρόμο, συνεχίζει
να μιλάει. Φορές φορές περνάει απ’ το μυαλό μου η ιδέα ότι αν τύχει να
επιστρέψω στη Βράχα, ύστερα από τρία, τέσσερα, πέντε ή και παραπάνω χρόνια,
στην ίδια ακριβώς θέση θα τη βρω, να λέει τα δικά της.
Κάπως έτσι έβλεπα ότι θα εξελισσόταν
κι αυτή η κουβέντα, απ’ τις πρώτες λέξεις το κατάλαβα. Δεν μου ’δινε καθόλου
σημασία όταν του εξηγούσα τι κάνω, γιατί ρωτάω, ποιον σκοπό έχω. Στην αρχή
μάλιστα ήτανε διστακτικός, όπως κι οι πιο πολλοί άλλοι. Αποφεύγουν να μιλάνε
για το θέμα, αλλά με το που ανοίγουνε το στόμα τους, σταματημό δεν έχουν. Σ’ ένα τραπεζάκι καθόμασταν, έξω απ’ το
μαγαζί του. Στην άλλη άκρη της πλατείας έπαιζαν τα παιδιά, κρυφτό, κυνηγητό και
μπάλα, ακούγονταν οι δυνατές φωνές τους. Αραιά και πού ερχόταν κάνας πελάτης
για τσιγάρα, ψωμί ή σαλάμι, δεν είχε άλλο μπακάλικο στη Βράχα. Δυο τρεις
ερωτήσεις τού ’κανα, αν ξέρει κάτι για τα έμπεδα, πού ήταν, για ποιον σκοπό τα
είχαν, άρχισε αυτός να γλιστράει, απ’ το ’να θέμα πεταγότανε στο άλλο.
Η δήλωση μετανοίας του ’49 δεν έπιανε
στη χούντα, αν δεν ήθελε να χάσει το μπακάλικο θα ’πρεπε ξανά να υπογράψει.
Πάει στο αστυνομικό τμήμα, που ’ταν στα Φουρνά, βγάζουν ολόκληρο τον φάκελό
του, είχαν εκεί τα πάντα, για τον πατέρα του, τα μεγαλύτερα αδέλφια του, έναν
τσαγκάρη θείο του απ’ το Αγρίνιο που ’τανε στους αρχειομαρξιστές, μια
γειτονοπούλα του που πνίγηκε το ’48, τι ψήφισε στις εκλογές του ’61, που
εκφράστηκε μια φορά στο καφενείο εναντίον της αστυνομίας για τη τη δολοφονία
του Λαμπράκη, ότι τη μέρα που ’θαβαν τους νεκρούς απ’ τη νάρκη του Γοργοποτάμου
κράτησε το μπακάλικο κλειστό, ότι στην πρώτη επέτειο της εθνικής επαναστάσεως
δεν σημαιοστόλισε το μαγαζί του κι έτσι όπως υπέγραφε κάτω απ’ το ειρωνικό
χαμόγελο του χωροφύλακα ένιωθε για δεύτερη φορά να προδίδει και τον πατέρα του
και τα αδέλφια του και τον θείο του και την Ελένη και όλη μαζί την προηγούμενη
ζωή του.
Άρχισε να παίρνει φόρα, σε λίγο δεν θα
μπορούσα να τον συμμαζέψω. Φυσούσα, ξεφυσούσα, κοιτούσα το ρολόι, έστρεφα δεξιά
και αριστερά το βλέμμα, ανασηκωνόμουν στην καρέκλα, να του δείξω ότι δεν έχω
χρόνο για τέτοια. Δεν ήταν όμως σαν την άλλη τη γριά που δεν έβλεπε μπροστά
της, αυτός τα ’χε τετρακόσια. Σήκωνε κάθε τρεις και λίγο το κεφάλι, να δει αν
τον παρακολουθώ. Εγώ πάλι καθόμουνα σε αναμμένα κάρβουνα, τέσσερις μέρες ήμουν
ήδη στη Βράχα, δεν είχα όρεξη να χάσω και μία ακόμη, πέμπτη. Τη Δευτέρα
τέλειωναν οι καλοκαιρινές διακοπές και θα γυρνούσα στο σχολείο, ήθελα όλη την
Κυριακή μου για ξεκούραση. Στο μεταξύ είχα να διανύσω τα
ανατολικά Άγραφα και την εθνική οδό απ’ το ύψος περίπου του Βόλου, σκεφτόμουν
επίσης να κάνω μια παράκαμψη ή στην Καρίτσα για επιτόπια έρευνα στο
σημείο απ’ το οποίο πέρασαν τον Πηνειό ή στο φαράγγι του Ενιπέα που τους
κανονιοβόλησαν απ’ τη θάλασσα, όλα έδειχναν ότι αργά, πολύ αργά το βράδυ θα
επέστρεφα στο σπίτι μου.
«Όλη νύχτα στριφογύριζα στο κρεβάτι.
Πεθαμένη από χρόνια η μάνα μου, το ’54 πήρε φωτιά το σπίτι μας, έπεσε πάνω της
η στέγη. Πόσα αργύρια αξίζει τούτο το μπακάλικο; Πόσα κουτσά ποδάρια αξίζει
τούτη η ζωή; Τέτοιες σκέψεις έκανα μέχρι που με πήρε ο ύπνος. Αλλά και πάλι δεν
ησύχασα. Άρχισαν να ’ρχονται στο όνειρό μου ο πατέρας μου, ο θειος μου, τα
αδέλφια μου, τα ξαδέλφια μου, κάτι γειτόνοι. Στεκόταν στην είσοδο η
καρβουνιασμένη μάνα μου, άνοιγε την πόρτα κι άφηνε έναν έναν να περάσει.
Έμπαινε αυτός μέσα, μου ’δίνε δίκιο, έβγαινε έξω, ερχόταν μετά ο άλλος. Όμως
και πάλι, κάτι μ’ έτρωγε. “Μάνα, πού ’ναι, το Λενιώ, γιατί δεν καταδέχεται;”.
Σκύβει το κεφάλι η γριά, “Από νωρίς” μου λέει “έβαλε τα τσαρούχια που της
έδωσες, φόρεσε βαριά ζακέτα. Πήρε μονάχη της τη στράτα, κίνησε και πάει πέρα
μακριά, στον δικό σας δρόμο”. Έκλεισε πίσω της την πόρτα, μονάχο μ’ άφησε,
φαρμακωμένο. Τα θυμόμουν κείνα τα τσαρούχια, είχαν μια φούντα μπροστά, ήταν τα
πιο γερά απ’ όλα. Εγώ τα πήρα και της τα ’δωσα, σαν δώρο αρραβώνων. Πήγα σπίτι
της, με καλοδέχτηκαν οι γονιοί της. Μπροστά στον πατέρα και στη μάνα της
ορκίστηκα, όταν θα γυρίζαμε με το καλό απ’ τη Μακεδονία, εδώ θα κάναμε τον γάμο
μας, σε τούτη την πλατεία.
Κείνο τον καιρό μεγαλοπιανόμουνα στο
Αρχηγείο. Μοίραζε ο Γούσιας τις δουλειές, άλλος ήταν υπεύθυνος για τα όπλα,
άλλος να βρει μεταγωγικά, ένας Πόντιος μάγειρας ανέλαβε τον επιμελητεία σε τρόφιμα, να μαζέψει δηλαδή ελιές,
καλαμπόκι, στάρι, ζωντανά, σ’ εμένα έβαλε να βρω απ’ τους τσαγκάρηδες της
περιοχής γουρουνοτσάρουχα. Κάτι χιλιάδες πόδια ήταν να ποδέσουμε και να ’χουμε
επίσης μπόλικο απόθεμα για ώρα ανάγκης. Έπαιρνα το άλογο και τριγύρναγα
καμαρωτός απ’ το ένα το χωριό στο άλλο, πήγαινα σε σπίτια, έπιανα γυναίκες,
μιλούσα με τσαγκάρηδες. Όταν ήταν να τα μάσουμε, μαζί με τον Γούσια πήγαμε,
εφτά μουλάρια με ποδήματα φορτώσαμε. Κόντευαν σιγά σιγά οι μέρες για να
φύγουμε, αρχές Φλεβάρη ήταν. Είχαμε πολύ δρόμο, βουνά και λαγκάδια, κάμπους και
πεδιάδες, λίμνες και ποτάμια, μεγάλη υπόθεση ήταν κείνα τα τσαρούχια».
Με το που ακούω το όνομα του Γούσια
σημαίνει συναγερμός μες στο μυαλό μου. Υπάρχει υλικό εδώ, τεντώνομαι στη θέση
μου, ανοίγω τα αυτιά μου. Πάει να συνεχίσει την αφήγηση, έρχεται ένας πελάτης
και τον κόβει. Σηκώνεται, κούτσα κούτσα τον βλέπω να σέρνει το ποδάρι του.
Βγάζω το σημειωματάριο μου με κάτι σκόρπιες πληροφορίες που ’χω για πρόσωπα,
ημερομηνίες και μάχες, ευκαιρία να βάλω τις σκέψεις μου σε τάξη. Γυρνάω τις
σελίδες, ο Γούσιας λοιπόν.
Το αληθινό του όνομα ήταν Γεώργιος
Βοντίτσιος ή Βοντίτσοςόπως ο ίδιος το προτιμούσε, γεννημένος
στο Συρράκο των Ιωαννίνων το ’15 και κατά μία άλλη εκδοχή το ’12. Έκανε διάφορες
δουλειές, όπως μπαλωματής, δηλαδή τσαγκάρης, οργανώθηκε απ’ το ’29 στην
Ομοσπονδία Κομουνιστικών Νεολαιών Ελλάδας (ΟΚΝΕ) κι απ’ το ’31 ανέπτυξε δραστηριότητα
στα Γιάννενα, στην Καλαμάτα και στον Πειραιά. τον συνέλαβαν τον Μάρτιο του ’37 και τον φυλάκισαν
στην Ακροναυπλία, για να πάρει μέρος στις 7 Απριλίου του ’43 στην απόδραση των
57 φυματικών απ’ το Σωτηρία.μπήκε
στον παράνομο μηχανισμό του Κ.Κ.Ε. αναλαμβάνοντας καθοδηγητής των προαστίων
Αθηνών και μετά καπετάνιος Β΄ ταξιαρχίας του εφεδρικού ΕΛΑΣ.τον Ιούλιο του ’46 ορίστηκε γραμματέας του γραφείου
περιοχής Στερεάς Ελλάδας του ΚΚΕ, μετά ανέλαβε την ηγεσία των αντάρτικων
σωμάτων Ρούμελης και ύστερα απ’ την απομάκρυνση του Βαφειάδη τοποθετήθηκε στην
αρχηγία όλου του Δημοκρατικού Στρατού με την ιδιότητα του αντιστρατήγου.
τα πρώτα χρόνια μετά την ήττα και την εξορία συνέχισε να κατέχει υψηλόβαθμες
θέσεις στην ηγεσία και να είναι μέλος της Κεντρικής Επιτροπής, για να
περιπέσει, τελικά, σε δυσμένεια μετά την αποκαθήλωση του Ζαχαριάδη το ’56 και να διαγραφεί απ’ το κόμμα με απόφαση
της 7ης Ολομέλειας του 1957.
Στο μεταξύ είχε λάβει μέρος στα σημαντικότερα επεισόδια του
εμφυλίου, ανάμεσα στα οποία συμπεριλαμβάνεται κι αυτό που ερευνούσα, δηλαδή η
πορεία της Ταξιαρχίας αόπλων Ρούμελης απ’ το χωριό Βράχα της Ευρυτανίας προς το
Γενικό Αρχηγείο του Δημοκρατικού Στρατού στη Μακεδονία, στα μέσα Φλεβάρη-Μάρτη
του 1948.
Οι πληροφορίες που μέχρι εκείνη τη στιγμή είχα συλλέξει γύρω απ’
το πρόσωπό του προέρχονταν από τρίτους, που δεν εντάσσονταν στον στενό ή
ευρύτερο κύκλο του, κάποιοι μάλιστα ούτε που τον είχαν δει ποτέ, κάποιοι άλλοι
μού μετέφεραν πληροφορίες από δεύτερο και τρίτο χέρι. Για πρώτη φορά θα
μπορούσα να ακούσω κάποιον που βρέθηκε αρκετά κοντά του, πράγμα που μ’ έκανε να
ελπίζω ότι κάτι παραπάνω θα ’ξερε, κάποια σημεία θα φώτιζε, κάποιες απαντήσεις
θα ’δινε. Για να μην μακρηγορώ, στο πρόσωπο του μπακάλη είχα μόλις αναγνωρίσει
τον «παρατρεχάμενο», που σύμφωνα με μια μαρτυρία, συνόδευε τον Γούσια κατά τη
συγκέντρωση των υποδημάτων που ανατέθηκαν στους τσαγκάρηδες απ’ τα γύρω χωριά.
Προσπαθώ να θυμηθώ σε ποια ακριβώς
κασέτα, είχα τη συνέντευξη με τον τσαγκάρη. Βάζω μια δεν είναι αυτή, βάζω
δεύτερη δεν είναι ούτε αυτή, στην τρίτη στέκομαι τυχερός. Α. Ν, γράφει απέξω,
χωριό Νεράιδα. Πατάω το μαγνητόφωνο και ακούω:
«Τα θυμάμαι καθαρά,
σαν να ’ταν μόλις ψες. Δεκάξι χρονών ήμουν ακόμα τότε. Κανονικά θα μ’ έπαιρναν
και μένα. Ένας πρωτοξάδελφός μου, δεν είχε πατήσει τα δεκατέσσερα, Κωνσταντής
στο όνομα, μοναχοπαίδι, έρχεται για να με χαιρετήσει. Ονειροπαρμένο παιδί, οι πιο
πολλοί δεν θέλανε να τους επιστρατέψουνε, τους ξετρύπωναν απ’ τα υπόγεια και τα
μαντριά που κρύβονταν, αλλά αυτός χαιρόταν που θα πήγαινε. «Πάω ξάδελφε», μου
λέει, «να πολεμήσω και για λόγου σου». Το ’φαγε το κεφάλι του, προτού καν
προλάβει να πολεμήσει, μια χειροβομβίδα έσκασε πάνω του και τον έκανε κομμάτια,
μόνο το σώμα και το ’να πόδι βρήκανε να θάψουν εκεί που σκοτώθηκε, άφαντα τα
χέρια, το άλλο πόδι, μαζί και το κεφάλι. Πήρε η μάνα του και έβαλε μονάχη της
ξύλινο σταυρό στα μνήματα του χωριού, έσκαψε από πάνω το χώμα και φύτεψε
κόκκινα τριαντάφυλλα. Με το που άνθισαν μοσχοβόλησε ολόκληρο το νεκροταφείο.
Σκύλιασε ο παπάς για να τα κόψει, ότι δεν κάνουνε τα τριαντάφυλλα για
κοιμητήριο, δαιμονίζονται απ’ τα αρώματα οι πεθαμένοι, σηκώνονται απ’ τους τάφους
την πανσέληνο και άλλα τέτοια, ποιος τρελός όμως θα τα ’βαζε μαζί της. Τις
νύχτες έπαιρνε τις κουβέρτες και κοιμόταν από πάνω. Εκεί την βρήκαν πεθαμένη.
Αλλά ήθελα να σου πω για τον πατέρα μου. Σαν έγινε με μένα το κακό, άφησε τα
ζα, το γύρισε τσαγκάρης. Για να ’χω κι εγώ κάτι να βγάζω το ψωμί μου, μην είμαι
αύριο μεθαύριο βάρος στην αδελφή μου. Καλός άνθρωπος ο μακαρίτης, αλλά μέχρι
εκεί έφτανε ο νους του. Να κάνω δηλαδή παπούτσια για τους αλλουνούς και εγώ να
μην μπορώ να τα φορέσω. Μας έρχεται λοιπόν διαταγή από το Αρχηγείο ότι μας
επιτάζουνε. Ετοιμάζονταν να φύγουν, θέλανε προμήθειες, ρούχα, ζώα, τρόφιμα και
άλλα πολλά. Από μας ζητούσανε τσαρούχια, χίλια απ’ το δικό μας το τσαγκάρικο
και άλλα τόσα από δύο ακόμα τσαγκάρικα στα τριγύρω τα χωριά, μαζί και όσα
κάνανε στα σπίτια οι κυράδες. Και σου λέω δεκαπέντε μέρες προθεσμία, χίλια
τσαρούχια και να δουλεύεις μέρα νύχτα και νύχτα μέρα δεν προφταίνεις να τα
κάμεις. Δεν προφταίνω έλεγε ο πατέρας μου, προφταίνεις έλεγαν αυτοί. Χίλια
ακατέβατα, για να ’χουν να φοράνε τώρα που θα φύγουν. Και από πού, παρακαλώ, θα
βρεθούν τα δέρματα; Πάνε και μας φέρνουν της κακιάς ώρας δέρματα, όχι ράχης που
είναι πιο δυνατά και αντέχουν, αλλά κοιλιάς, που είναι μαλακά και δεν κρατάνε,
μόνο για τα από μέσα κάνουν. «Έτσι είστε;» λέει ο πατέρας μου. Πιάνει στο άψε
σβήσε και στρώνει χίλια τσαρούχια. Πώς τα ’κανε, τι έκανε, το κρίμα στον λαιμό
του. Ένα θα σου πω, δυο βήματα να πατούσες με τα τσαρούχια του πατέρα μου,
τρίτο δεν αντέχανε, ξεχείλωναν στις λάσπες, σαν χαρτί σχιζότανε το δέρμα. Μην
ξεχάσω να σου πω και τούτο. Έρχεται ο Γούσιας την τελευταία μέρα για την
παραλαβή, μ’ έναν παρατρεχάμενό του απ’ το διπλανό χωριό, τον ήξερα γιατί έναν
καιρό κάναμε μαζί σύνδεσμοι, ακόμα στη Βράχα είναι αυτός, κρατάει ένα μαγαζί
στην πλατεία, βλέπει τις μπότες που έκαμε ο πατέρας μου ειδικά γι’ αυτόν.
Τριπλή στρώση από δέρμα νεαρού χοίρου, που είναι πιο μαλακό, από μέσα μαλλί
προβάτου και η αποκάτω σόλα ξύλο κυπαρισσιού να ακούγεται δυνατά τακ-τακ, όταν
πατάει σε πέτρα, τσιμέντο ή σανίδι. Τόσο πολύ που του άρεσαν, άρχισε τα χωρατά
με τον πατέρα μου. Να, πόσο λεβέντης και σβέλτος είναι ο γιος του, δηλαδή εγώ,
και ότι θα με βάλει να φορέσω όλα τα τσαρούχια που φτιάξαμε για δοκιμή. Καθόταν
και γελούσε ο μαύρος ο πατέρας μου. Και τι να του ’λεγε για μένα, σάμπως δεν τα
’βλεπε τα χάλια μου ο άλλος; Μισός στα δυο μου πόδια, από κρυοπαγήματα στο
πρώτο το αντάρτικο. Δώδεκα χρονών σύνδεσμος εγώ. Από χωριό σε χωριό, μέχρι το
γόνατο το χιόνι να πάω γρήγορα γρήγορα τα μηνύματα στους άλλους τους
συνδέσμους. Για να ’ρχεται μετά ο καπετάνιος και να με κοροϊδεύει για τα
αφόρετα τσαρούχια του».
Απ’ όσα ζητήματα μ’ είχαν απασχολήσει
μέχρι τότε για το μυθιστόρημα που ’θελα να γράψω, το πιο αμφιλεγόμενο ήταν ο
ρόλος που έπαιξε ο Γούσιας στην υπόθεση της Άοπλης Ταξιαρχίας, και μάλιστα απ’
τη θέση του κύριου εμπνευστή, οργανωτή και πρωταγωνιστή της πορείας που
διέσχισε τη διαδρομή ανάμεσα στα Άγραφα και τη Μακεδονία διαμέσου του
Θεσσαλικού κάμπου. Άλλοι τον κατηγορούσαν κι άλλοι τον αποθέωναν, εγώ πάλι
προσπαθούσα να βρω απάντηση σε ένα πλήθος από ερωτήσεις που εμφανίζονταν
συνέχεια μπροστά μου, όπως:
Για ποιον λόγο αποφάσισε να ξεκινήσει
στα μέσα του Φλεβάρη και όχι έναν μήνα αργότερα που θ’ άρχιζαν τα πρώτα σημάδια
της άνοιξης; Γιατί στη χάραξη της διαδρομής προτίμησε την πεδιάδα της Θεσσαλίας
και όχι την οροσειρά της Πίνδου, που τη γνώριζε καλύτερα και παρείχε μεγαλύτερη
ασφάλεια; Αν πάλι η διαδρομή επιλέχτηκε από το Γενικό Αρχηγείο, όπως
επανειλημμένα γράφει στο βιβλίο του, πόσο ισχυρές αντιρρήσεις προέβαλε ο ίδιος
προκειμένου να αλλάξει την απόφαση των ανωτέρων του; Μήπως η επιλογή της
Θεσσαλίας δεν ήταν άσχετη με την επιθυμία του να αυξήσει τον αριθμό των
μεταφερόμενων εφεδρειών κατά 250 άτομα, που θα ’παιρνε από την περιοχή του
Παντελεήμονα;Με ποιον τρόπο ήλπιζε να τα βγάλει πέρα
με τη χερσαία, θαλάσσια και κυρίως εναέρια υπεροπλία των κυβερνητικών δυνάμεων
σε περιοχές που από άποψη γεωγραφικής διαμόρφωσης δεν του εξασφάλιζαν
δυνατότητα κάλυψης; Σε ποιους σταθμούς σχεδίαζε να βρει προμήθειες σε τρόφιμα
και ρούχα, ιατρική φροντίδα και ξεκούραση για τον στρατό του με δεδομένη την
ισχυρή παρουσία του εχθρού στο μεγαλύτερο μήκος της διαδρομής; Ποια απ’
τα στρατιωτικά λάθη των Πιερίων χρέωνε στον επιτελάρχη του, Γεώργιο Γεωργιάδη,
ώστε να τα επικαλείται ένα χρόνο μετά ως μάρτυρας κατηγορίας στη δίκη που ’γινε
σε βάρος του με το ερώτημα της προδοσίας;
Ισχύει η διαταγή «σκοτώνετέ τους» που λέγεται ότι έδωσε στους μαχητές του για
όσους αόπλους βραδυπορούσαν λόγω ασθένειας, ασιτίας ή κούρασης; Ποιο ρόλο
έπαιξε η μεταφορά αυτών των εφεδρειών στην ανάδειξή του στην αρχιστρατηγία του
Δημοκρατικού Στρατού ύστερα απ’ την καθαίρεση του Βαφειάδη;
Επιστρέφοντας φέρνει μαζί του
σουτζουκάκια, κασέρι, ελιές, δυο ποτήρια τσίπουρο χωρίς γλυκάνισο. Φωνές
ακούγονταν απ’ το βάθος της πλατείας, μάλωναν τα πιτσιρίκια για ένα φάουλ,
κόντευαν να πιαστούν στα χέρια. Είχε αρχίσει να μεσημεριάζει για τα καλά, όλα
έδειχναν ότι θα ’πρεπε να αναβάλω το σχέδιό μου για την Καρίτσα ή τον Ενιπέα,
μικρό το κακό σκέφτηκα και σήκωσα το ποτήρι να τσουγκρίσουμε. «Γεια μας» του
λέω, «Και τώρα;» με ρωτάει, δεν καταλαβαίνω τι ακριβώς εννοεί. Κάνω πως
τακτοποιώ το κασετοφωνάκι, πατάω REC,
η κασέτα αρχίζει να γυρνάει, περιμένω να πιάσει την αφήγηση αποκεί που την είχε
αφήσει.
Τότε που κάηκε το σπίτι τους, ήταν και αυτός μέσα. Μόλις που κατάφερε να βγει, στους αγκώνες, στα μπράτσα και στον λαιμό έχει ακόμη σημάδια απ’ τα εγκαύματα. Αν δεν κούτσαινε, ίσως να προλάβαινε να σώσει και τη μάνα του, μέχρι να ξαναμπεί όμως, έπεσε η στέγη. Την άλλη μέρα το πρωί τη βρήκαν, ανάμεσα στα αποκαΐδια. Την έβαλαν σ’ ένα φέρετρο και την απέθεσαν μπροστά του. Οι χωροφυλάκοι μαζεμένοι στους γύρω δρόμους, ούτε ένας γείτονας δεν ήρθε για το μοιρολόγι. Μονάχος κράτησε το πτώμα, όλη τη νύχτα έξω στην αυλή, Απρίλης μήνας, έπιανε ακόμη κρύο. Μέχρι το Μάη το τζάκι θα έμενε συνέχεια αναμμένο, μια κανάτα θα ζέσταινε η μάνα του ή για το φαΐ ή για τη λάτρα ή για το λούσιμο, θα επέστρεφε αυτός απ’ τη στάνη, θα του ’βαζε να φάει, θα καθόταν δίπλα του, θα ’πιαναν κουβέντα, την άλλη βδομάδα θα γεννήσει η κατσίκα τους, όπου να ’ναι θα τσαπίσουν τον μπαξέ για να φυτέψουν τις ντομάτες, όταν με το καλό θα παντρευτεί την Ελένη θα την ξεκουράσει απ’ τις δουλειές του σπιτιού, μόνο που τώρα είναι Απρίλης, Ελένη δεν υπάρχει, το σπίτι έχει καεί, η μάνα του είναι κάρβουνο, το κρύο σφίγγει στην αυλή, αυτός δεν θέλει να ανάψει φωτιά.
Μπορεί και να ’ταν στο
όνειρό του, κάποια στιγμή έρχεται το Λενιώ για τα συλλυπητήρια, φοράει τα
τσαρούχια που της έδωσε με την κουνιστή τους φούντα, κρύσταλλα και πάγος
καλύπτουνε το σώμα της, σαν να ’ναι λέπια. Σηκώνεται απ’ το φέρετρο η
καρβουνιασμένη μάνα του, ανοίγει τα χέρια, αγκαλιάζει τη νύφη, την ασπάζεται
στο μέτωπο, γυρνάνε προς το μέρος του και του χαμογελάνε. Τινάζεται απ’ τη θέση
του τρομαγμένος, τρίβει τα μάτια να καταλάβει τι συμβαίνει. Απ’ το κρύο έτρεμε;
Απ’ το παγωμένο το Λενιώ; Απ’ το κάρβουνο τη μάνα του; Το πρωί στην κηδεία ήταν
μόνο ο παπάς, ο λωλός του χωριού που άνοιγε τους λάκκους, αυτός κι η μάνα της
Ελένης. Έσκυβε το κεφάλι μπροστά της, τον όρκο που ’δωσε δεν μπόρεσε ποτέ να
τον τηρήσει. Τον πλησίασε αυτή, τον αγκάλιασε αμίλητη, γύρισε μετά την πλάτη κι
έφυγε.
Ξαναγεμίζει τα ποτήρια. Πρέπει επειγόντως να βρω έναν τρόπο να τον επαναφέρω στο θέμα του Γούσια, προτού αρχίσει και τον χτυπάει το τσίπουρο. Αν πιάσει τα αντάρτικα τραγούδια, μετά δεν συμμαζεύεται με τίποτα. Κινούμαι πλαγίως, «Ποια πόδια» τον ρωτάω «είχατε να ποδέσετε με τον Γούσια, τότε που μαζεύατε τσαρούχια; Πού είχατε να πάτε;». «Με το που πέσαμε στις λάσπες» απαντάει «κολλούσαν κάτω, βγαίνανε. Ψεύτικα τσαρούχια, δεν ήταν για τον δρόμο, τις βροχές και τα χιόνια. Ξυπόλυτοι και κακοποδεμένοι πήγαιναν οι πιο πολλοί ακόμη και στα βουνά απάνω. Μ’ υφάσματα, πλεχτά και μπλούζες δέναν τα ποδάρια τους. Όσοι είχαν κανονικά γουρουνοτσάρουχα, τα βγάλαν και τα ’ψησαν πάνω στα Πιέρια. Μέρες ολόκληρες περνούσαν χωρίς να βάλουμε τίποτα στο στόμα μας, τρώγαμε τα ποδήματα, τα ρούχα, ακόμη και τα υποζύγιά μας. Τι να κάνουμε; Μας θέριζε η πείνα, το κρύο και τα αεροπλάνα. Στα χιόνια πάνω να δεις σκορπισμένους νεκρούς, χιλιόμετρα ολόκληρα, ούτε να σταθούμε να τους θάψουμε». «Καλά, θέριζε» προσπαθώ να τον κεντρίσω «αλλά ο Γούσιας; Τι έκανε ο Γούσιας;». Αντί για απάντηση, σφίγγει το ποτήρι, το κατεβάζει μονοκοπανιά. Δεν χάνω την ευκαιρία, «Θα σου βάλω να ακούσεις τι μου ’πε ένας άλλος για τον Γούσια» του λέω και χωρίς να του αφήσω περιθώριο απάντησης σταματάω την μαγνητοφώνηση και αλλάζω την κασέτα.
«18 Φλεβάρη μέχρι 26 Μάρτη, μας κάνουν μέρες 37 –
δίσεκτο έτος το ’48. Τριάντα εφτά μέρες αρβύλες δεν έβγαλα, ούτε απ’ το
άλογο κατέβηκα, σε στρώμα δεν κοιμήθηκα ύπνο κανονικό, σωστό φαΐ δεν έβαλα στο
στόμα μου. Που με χάνεις που με βρίσκεις όλο από πίσω τους να τρέχω, καβάλα
στ’ άλογο. Ήμουν τότε στο ιππικό του Γαζή. Με το καλό μας είχε ο δικός μας ο
διοικητής, σούζα μας κρατούσε ο Γούσιας, φώναζε συνέχεια. Μη νομίζεις ότι του
άρεσε, μονάχος του ήταν, ούτε ένας έμπιστος για να στηριχτεί απάνω του, μια βοήθεια
κάποιος να του δώσει. Καλά κουμάσια κι οι αξιωματικοί, που του φορτώσαν απ’ το
Γενικό Αρχηγείο. Αντί να κοιτάνε το καλό της ταξιαρχίας, όλο τρικλοποδιές τού
βάζανε, να τον φάνε και να πάρουνε τη θέση του. Για να καταλάβεις τον ένα τους,
Γεωργιάδη αν θυμάμαι καλά τον έλεγαν, τον πέρασαν λίγους μήνες μετά
στρατοδικείο για προδοσία και αμέσως τον εκτέλεσαν. Προτού ακόμη να ξεκινήσουμε,
αρχίσανε τα όργανα. Μάθαμε ότι κάποιοι επίστρατοι κρύβανε ασύρματους για να
ενημερώνουν τον εχθρό, ψάξαμε και βρήκαμε τους υπεύθυνους, ένας από το διπλανό
χωριό ήταν ο φταίχτης, ο μικρός αδελφός του και δυο άλλοι, ανώμαλοι, απ’ αυτούς
που πάνε με άντρες, μαζί κοιμόντουσαν τα βράδια. Ήρθαν όμως κάποιοι,
αξιωματικοί και απ’ το χωριό, λέγανε να τους αφήσουμε, ότι δεν ήξεραν, ότι δεν
έφταιγαν και τέτοια. Μυξόκλαιγαν οι ύποπτοι στην ανάκριση, ούτε μια λέξη δεν
τους παίρναμε για τους ασύρματους, το κουτόχορτο όμως δεν το ’φαγε ο Αρχηγός.
Τελικά στήσαμε στα πέντε μέτρα δυο από αυτούς, να δουν τι μπορούν να πάθουν κι
όλοι οι άλλοι, μην έχουμε ξανά τα ίδια όταν ξεκινήσει η πορεία. Σε λίγες μέρες
δίνεται το σήμα. Εν-δυο, εν-δυο, σε όλες τις λαγκαδιές και τα βουνά αντηχούσαν
τα τραγούδια, αντέξαμε λάσπες, ποτάμια,
λίμνες, τανκς και αεροπλάνα. Άφησα εγώ το ιππικό του Γαζή, πήρα νέο φύλλο
πορείας, κόλλησα μαζί τους. Μέχρι απάνω στη Μακεδονία τούς συνόδεψα. Σε όλη
διαδρομή ενέδρες, μάχες και αεροπλάνα, στο χωριό Σκήτη, δίπλα στο Καλαμάκι, σ’
ένα ρέμα κοντά στη Λεπτοκαρυά, κι άλλα κι άλλα, πού να σου τα λέω τώρα, κυρίως
στα Πιέρια χάθηκαν οι πιο πολλοί, κάναμε ό,τι μπορούσαμε εμείς, που ήμασταν τα
ένοπλα τμήματα της συνοδείας, αλλά με τον πρώτο πυροβολισμό σκορπούσαν σαν τα
κοτόπουλα οι επίστρατοι που ’ταν άοπλοι, αδούλευτοι κι άμαθοι. Άλλοι από φόβο,
άλλοι από πείνα, άλλοι από τραυματισμό και μερικοί από λιποταξία μένανε πίσω.
Κάποιοι μάλιστα περνούσαν στις γραμμές του εχθρού, πήγαιναν και πρόδιναν τα
σχέδια μας. Μας παίρνει παράμερα ο Αρχηγός, καμιά δεκαριά άτομα, οι πιο
έμπιστοι απ’ όλους. Το και το να κάνουμε, για να ταχτοποιήσουμε το θέμα, αλλιώς
θα μας φύγουν όλοι. Από κείνη τη μέρα, δεν έμεινε πίσω ούτε ένας άοπλος. Άπαξ
κι έμενε, εμείς αναλαμβάναμε. Θυμάμαι, μια συναγωνίστρια, σαν τώρα την φέρνω
στο μυαλό μου: όμορφη, είχε μακριά μαλλιά, δεκάξι-δεκαεφτά το πολύ χρονών, ήταν
και γκαστρωμένη η έρμη, ποιος την κατάφερε ποτέ δεν έμαθα. Τρεις φορές τη
βρήκαμε να σέρνεται με το ζόρι δυο χιλιόμετρα πίσω από τη φάλαγγα, τέταρτη φορά
είπαμε δεν έχει. Την πήρε και την τακτοποίησε ένας δικός μας κάτω από μια
βαλανιδιά. Τι τα θες και τα σκαλίζεις; Μαύρα χρόνια. Να πάνε και ποτές να μη
ξαναγυρίσουν».
Βγήκαν οι μανάδες στην πλατεία, Κωνσταντίνε, Γιαννάκη,
Παντελάκη, Μαρία, φωνάζανε στα παιδιά τους να επιστρέψουν σπίτι για το
μεσημεριανό. Σώπαινε ο μπακάλης, το μάτι του ήταν καρφωμένο πάνω στο βουνό,
ένας δρόμος κι ένα μοναστήρι διακρίνονταν ανάμεσα στις οξιές της πλαγιάς.
Κάποια χορδή είχε τεντωθεί μέσα του, όπου να ’ναι θα έδινε τον ήχο της, αρκεί
να μην έσπαγε στο μεταξύ. Γέμισε το τρίτο του ποτήρι, πήγε να συμπληρώσει και
στο δικό μου, «όχι» του λέω «θα οδηγήσω, έχω πολύ δρόμο μπροστά μου». Τριάντα
μέτρα μακριά ένας Μπάμπης είχε πλαντάξει στο κλάμα, ενώ τον έσερνε η μάνα του απ'
το αυτί για να τον πάρει σπίτι. Για μια στιγμή φωτίστηκε το πρόσωπο του μπακάλη
«Ο εγγονός μου» είπε, σήκωσε το ποτήρι, «Και τώρα;» επανέλαβε την ίδια ερώτηση.
«Και τώρα;» του κάνω κι εγώ, μπας και καταλάβω τι εννοεί, αλλά χωρίς να σηκώσω
το ποτήρι. Σφίγγει τα χείλη και μουγγαίνεται σαν να τον εμποδίζει κάτι να
μιλήσει. Το προαισθάνομαι όμως, όπου να ’ναι θα παρασυρθούν τα αναχώματα, θα
ξεχειλίσει ορμητικός ο χείμαρρος. Ελπίζω μόνο να αξίζει τον κόπο, πολλές φορές
διαψεύστηκα μέχρι τώρα, εύχομαι τούτη τη φορά κάτι σημαντικό να βγει. Τον
βλέπω, παίρνει βαθιά ανάσα κι ετοιμάζεται να ανοίξει το στόμα του. Βιάζομαι να
επαναφέρω την κασέτα της μαγνητοφώνησης, πατάω αμέσως rec. Βαριά ακούγεται η φωνή του, σκύβω ξανά, πλησιάζω πιο πολύ το
κασετοφωνάκι, και έτσι όπως είμαι πρόσωπο με πρόσωπο μπροστά του, βλέπω στα
μάτια του τα πιο προϊστορικά σκοτάδια.
«Να σου πω εγώ για μαύρα χρόνια, όχι για ένα και δύο και τρία,
που ’λεγε αυτός. Εξήντα μαύρα χρόνια μετράω από τότε και κάθε χρόνο βάζω ακόμη
ένα. Τον χειμώνα ασπρίζει αυτή η πλατεία, πιάνει ένα μέτρο χιόνι, την άνοιξη
ανθίζουνε τα δέντρα, μοσχοβολά ο τόπος, το καλοκαίρι έρχονται τα παιδιά απ’ την
πόλη, ολημερίς παίζουν μπάλα και κρυφτό, το φθινόπωρο γεμίζει ο τόπος
κιτρινισμένα φύλλα, με το που φυσάει μαζεύονται όλα μπροστά στο μπακάλικο, πού
και πού εμφανίζεται κάνας περίεργος σαν και του λόγου σου για να ξύσει πληγές,
να κάνει την έρευνά του, να γυρίσει μετά στο σπιτάκι του και να γράψει ένα
βιβλίο ιστορίας. Περνάει ο καιρός, παντρεύτηκα αργά, καλή γυναίκα η Νικολίτσα,
άμαθη από πολέμους και εξορίες, έκανα κόρη, τα πόδια μου, η μέση μου πιάνονται,
εκείνο το τραύμα απ’ τη σφαίρα με πονάει, τώρα έχω εγγονό τον Μπάμπη,
μουδιάζουνε τα κωλομέρια μου. Γέρασα για τα καλά, τα μάτια μου δεν βλέπουν, αν
τύχει και στεναχωριέμαι ανεβάζω αμέσως πίεση, αρχή κιρρώσεως του ήπατος λένε οι
γιατροί ότι έχω, να τα αποφεύγω με συμβούλευσαν τα τσίπουρα και τα κρασιά. Όλα
αλλάζουν, πάνε και έρχονται, μόνο η δική μου η ζωή τον ίδιο ακριβώς κύκλο κάνει
εδώ και εξήντα χρόνια, όπως σου είπα, ξεκινώντας από τούτη δω την πλατεία στις
18 Φλεβάρη και τελειώνοντας σε τούτη δω την πλατεία στις 18 Φλεβάρη – αν είναι
του ’48,
του ’65, του ’79, του ’82, του ’96, του ’09 για μένα το ίδιο κάνει.
Κάθε φορά που ’ρχεται η μέρα αυτή κλείνομαι στο μπακάλικό μου,
κλειστόν λόγω ασθενείας βγάζω πινακίδα στην πόρτα, στέκομαι μετά στο τζάμι και
κοιτάω έξω. Βλέπω τους άλλους να μαζεύονται, χιλιάδες αγόρια, κορίτσια μπαίνουν
στη σειρά, ο Γούσιας καβάλα στο άλογό του, είναι κι η Ελένη με τα καλά της τα
τσαρούχια, ψάχνει μέσα στον κόσμο να με βρει, ρωτάει δεξιά αριστερά να μάθει,
εγώ όμως είμαι ακόμα μέσα. Βάζω στο τηγάνι σουτζουκάκια, κρασί και τσίπουρο,
μέχρι να ξεκινήσουν κάθομαι και τους χαζεύω. Λυσσομανάει ο καιρός, πέφτει το
χιόνι σαν χαλάζι, αλλά νέοι άνθρωποι, παιδιά ακόμη, αστράφτουνε τα μάτια τους,
ούτε ένας φόβος δεν ζαρώνει τα χείλια τους. Και σκέφτομαι καλύτερα έτσι,
ανίδεοι να πάνε, σαν τα πρόβατα που ολημερίς βοσκάνε αμέριμνα και ευτυχισμένα
κι όταν έρχεται το βράδυ, τα σφάζουν, τα γδέρνουν, τα κρεμάνε και ύστερα τα
βάνουν για βδομάδες, μπορεί και για μήνες στην κατάψυξη του κρεοπωλείου για να
παγώνουν. Δυο λεπτά περνάνε, το
ξανασκέφτομαι κι αμέσως μετανιώνω, κρίμα είναι να τραβήξουνε απ’ την αρχή όλα
αυτά που είναι να τραβήξουνε, βγαίνω για να τους προφτάσω, φωνάζω, πού κινάτε
για να πάτε, μην πάτε αυτού που πάτε, αλλά έχουν ήδη ξεκινήσει – κάνω να τρέξω,
πού να τους προλάβω, χωλός απ’ το ’να πόδι, στα τρία μέτρα σκοντάφτω,
πέφτω.
Αλλά και όταν φεύγουν, δεν τελειώνουν εδώ τα δικά μου τα βάσανα.
Λέω, μια μέρα είναι, υπομονή να κάνω, θα ’ρθει και θα περάσει, δεν ξέρω αν
φταίει ο όρκος που ’δωσα χωρίς να τον κρατήσω ή ότι δυο φορές μ’ έβαλαν να
υπογράψω δήλωση, μια το ’49 και μια το ’68, έρχεται λοιπόν η μέρα αυτή και δεν
περνάει, μπαίνει στην άλλη μέρα, γίνεται η παράλλη μέρα και μετά η πιο άλλη
μέρα, έτσι είναι πια όλες οι δικές μου μέρες. Η Άοπλη Ταξιαρχία συνεχίζει εδώ
και εξήντα χρόνια την πορεία της στα όνειρα και στα μεθύσια μου, στις λύπες μου
και στις χαρές μου, αγόρια, κορίτσια, πεινασμένα κι ανυπόδητα τσαλαβουτάνε μες
στις λάσπες, η Ελένη πέφτει και βυθίζεται στα παγωμένα νερά της Κάρλας, ο
Γούσιας περνάει από δίπλα της καβάλα στο άλογό του και εγώ έχω τη γεύση από
γουρουνοτσάρουχα κάθε φορά που τρώω σουτζουκάκια. Όταν την έσυρα πνιγμένη έξω
απ’ τη λίμνη, την ξάπλωσα στην όχθη, είχε το νερό παγώσει πάνω της, έκανε
λεπτούς λεπτούς κρυστάλλους στο πρόσωπο, στον λαιμό και στα χέρια σαν να ’ταν
λέπια. Φώναζε ο Γούσιας να βιαστούμε, περνούσε η ώρα, ούρλιαζε ο κόσμος, οι
εχθροί από πίσω, όλοι έτρεχαν να φύγουν, ντρέπομαι που το λέω, άταφη την άφησα
εκεί πέρα, σηκώθηκα κι εγώ να φύγω. Προηγουμένως έσκυψα από πάνω της, της
έκλεισα τα μάτια και τη φίλησα, δεν ξέρω μετά πώς μού ’ρθε έβγαλα τα τσαρούχια
απ’ τα πόδια της, σαν ενθύμιο να τα κρατήσω ή σε άλλη συναγωνίστρια να τα δώσω
αν τα ’χε ανάγκη – δεν είμαι σίγουρος για να σου πω. Πάντως την αρραβωνιάρα μου
την Ελένη δεν την γλίτωσα, τον όρκο που ’δωσα ότι θα την παντρευτώ δεν τον
κράτησα, το γλέντι σε τούτη την πλατεία ποτέ δεν το ’κανα, μόνο τα τσαρούχια μπόρεσα
να σώσω, που δεν τα ’σωσα δηλαδή ούτε κι αυτά στο τέλος. Μαζί μου τα ’χα στο
Καλαμάκι, μετά στο πέρασμα του Πηνειού, στην ανάβασή μας στο Λιτόχωρο, αλλά
όταν βγήκαμε στην κορυφή των Πιερίων και μ’ έκοψε για τα καλά η πείνα, δεν
άντεξα άλλο, τα ’βαλα στη φωτιά για να ψηθούν. Τα ’φαγα τα τσαρούχια της
Ελένης, ντρέπομαι που το λέω αλλά τα ’φαγα, ευτυχώς δηλαδή που ’τανε κι αυτά
και μπόρεσα να κρατηθώ στο τέλος».
Δεν σωζότανε με τίποτα η συνέντευξη. Η μία και μόνη ευκαιρία που
’χα να μάθω για τον Γούσια πήγε στράφι. Τίποτα παραπάνω δεν θα μπορούσε να μου
πει απ’ αυτά τα λίγα που μου είπε. Το σενάριο το ’χω δει αρκετές φορές εδώ και
τέσσερις μέρες που ’χω πάρει παραμάζωμα όλους τους ηλικιωμένους της Βράχας και
κάποιους απ’ τα τριγύρω τα χωριά. Δεν ξέρω αν φταίω εγώ με τις ερωτήσεις που
τους κάνω ή αν φταίει κάτι άλλο. Όταν μιλάνε για όσα συνέβησαν εκείνα τα
χρόνια, δεν θέλουν να μιλάνε και αν, τελικά, εξαναγκάζονται να μιλάνε, λένε
πάντα τα δικά τους. Ήδη έπινε το τέταρτο ποτήρι, το σώμα του είχε γείρει πάνω στο
τραπέζι, με το ’να χέρι έπιανε τα μαλλιά του, είχε αρχίσει το τραγούδι. «Ήρωες,
άπαρτα βουνά. / Ήρωες, με δώδεκα ζωές, / κάστρα του Ολύμπου και του Παρνασσού
φαντάσματα, / ήρωες μες στα χαλάσματα»
ψιθύριζε με τη βαριά φωνή του, μάζεψα το κασετοφωνάκι μου, τον
χαιρέτησα, μου σήκωσε το ποτήρι.
«Και τώρα;» έμεινα να αναρωτιέμαι, ενώ
ανέβαινα στο αυτοκίνητο, με δυο τσίπουρα και έναν κόμπο να δένει τον λαιμό
μου. Απ’ την πρώτη στιγμή
που ’ρθα, το ’νιωσα. Με σφίγγουνε τα βουνά, τα Άγραφα με ανταριάζουν. Λίγο
ισιάδιπεθύμησε το μάτι μου, μπας και σιάξει η ψυχή μου. Βάζω μπρος και ξεκινάω,
ακολουθώντας την ίδια ακριβώς διαδρομή που πήρε η Ταξιαρχία των Αόπλων καθώς
άφηνε πίσω της τη Βράχα. Πάνω από μια χιλιάδα επιστρατευμένων μαζί με την
ένοπλη συνοδεία τους πατούσε στα ίδια χώματα, έβλεπε τις ίδιες οξιές, μύριζε
τον ίδιο αέρα, περνούσε μπροστά απ’ το ίδιο μοναστήρι. Τι άλλαξε στο μεταξύ;
Σταμάτησα το αυτοκίνητο σε μια ανοιχτωσιά, έβγαλα ξανά το κασετοφωνάκι. Τότε
ήταν Φλεβάρης, είχε ένα μέτρο χιόνι, το μοναστήρι λειτουργούσε, οι άνθρωποι
ήταν νέοι, η φωνή τους δεν έβγαινε από σπηλιές, τα μάτια τους δεν κουβαλούσανε
σκοτάδια.
Δεν του το ’πα, και νομίζω ότι καλά έκανα. Την πρώτη κιόλας μέρα
της έρευνάς μου έτυχε να μαγνητοφωνήσω την πιο ηλικιωμένη, σχεδόν αιωνόβια του
χωριού. Μια γειτόνισσά της μ’ άνοιξε το σπίτι, τη βρήκα στο κρεβάτι, σπασμένο
το ’να της το πόδι από γλίστρημα, αλλά μου φάνηκε σαν να ’χε τα μυαλά της
τετρακόσια. Τότε ήταν που ’φαγα την πρώτη μου κρυάδα, αφού άλλα τη ρωτούσα,
άλλα μου ’λεγε – κι όχι επειδή δεν καταλάβαινε. Δεν έδωσα σημασία σε όσα μου
’πε, ούτε που με ενδιέφεραν καθόλου για την έρευνά μου, αλλά ύστερα απ’ την
συνομιλία μου με τον μπακάλη βρήκα κάποια πράγματα να ταιριάζουνε. Βάζω την
κασέτα, ανοίγω το παράθυρο, ένας σπίνος κελαηδάει απ’ τα κλαδιά της απέναντι
οξιάς, ακούω:
«Δεκάξι χρονών το Λενιώ μου, σαν τα κρύα τα νερά. Τον ήθελε τον Χαραλάμπη της, από μικρά μαζί παίζανε στους δρόμους, μαζί μεγάλωσαν στην πλατεία, στις πλαγιές και στα βοσκήματα. Έρχεται ο Χαραλάμπης τη ζητάει, χαρές που κάναμε εμείς, ο μακαρίτης ο άντρας μου τον είχε σαν παιδί του, τρεις τσούπρες στη σειρά μάς τύχανε, γιο δεν αξιώθηκε να δει. Αλλά προηγουμένως, μας λέει ο Χαραλάμπης, πρέπει να πάνε στη Μακεδονία, να περάσουν στην ελεύθερη Ελλάδα. Φτωχός τόπος, παιδί μου, η Βράχα, πώς να αναστήσεις τα παιδιά σου; Με την ευχή μας, λέμε, να κάνετε την προκοπή σας κι ύστερα να ’ρθετε για τις χαρές σας. Εμείς εδώ θα ’μαστε, θα περιμένουμε. Δεν τους πρόλαβε ο καημένος ο άντρας μου, είναι μαθές μακριά, πολύ μακριά η Μακεδονία, έχει ανάμεσα πόλεις και χωριά, λαγκάδια και βουνά, πάνε χρόνια από τότε, ακόμη να γυρίσουν. Κάθομαι τώρα εγώ εδώ και περιμένω, πού και πού μηνάνε με τους ταξιδιώτες τα νέα τους, χαιρετίσματα μου στέλνουν. Όταν θα γυρίσουνε και θα κάμουνε τους γάμους τους, εκεί να δεις χοροί και πανηγύρια. Να γιάνει μόνο το ποδάρι μου, εγώ θα τον σύρω τον χορό, πείσμα το ’χω βάλει πρώτα να δω την Ελενίτσα μου νυφούλα κι ύστερα θα κλείσω τα μάτια μου να ησυχάσω. Περνάνε όμως τα χρόνια, έρχονται και φεύγουν, αυτοί ακόμη να φανούν. Και δεν μου λες εσύ, ρε καλοπαίδι, από κει μακριά που ’ρχεσαι μήπως ξέρεις πότε θα γυρίσουν;».
Η μαγνητοφώνηση τελειώνει. Ξεχνιέμαι για λίγο κοιτώντας την
οξιά. Πυκνά βήματα ακούγονται λίγο πιο πίσω. Στρέφω παραξενεμένος το βλέμμα.
Μια στρατιά αόπλων περνά δίπλα απ’ το αυτοκίνητό μου, στέκομαι και τους κοιτάω.
Ανάμεσά τους ξεχωρίζω κι ένα κορίτσι, έχει ξανθές πλεξούδες, είναι το δέρμα της
σαν γάλα, στα πόδια της φορά τα πιο όμορφα τσαρούχια με μια πυκνή πυκνή φούντα.
Κάποιον κρατά απ’ το χέρι, γελάνε, τραγουδάνε και πηγαίνουν. Θαρρώ ότι είναι το
Λενιώ της.
.
